Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Ησυχασμός

 



Ησυχασμός
Καθηγητή ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ I.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ Θεολογικής Σχολής / Α.Π.Θ.
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
ΣΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ. ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΕΝ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΖΩΗΣ
     Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς με το συγγραφικό έργο του ανύψωσε θεολογικά το βαθύτερο εσωτερικό περιεχόμενο της ησυχαστικής και με τους επίπονους και επίμονους εκκλησιαστικούς αγώνες του συνέβαλε αποφασιστικά στην συνοδική κατοχύρωση της διδασκαλίας του Ησυχασμού. Στην προσπάθειά του να διασφαλίσει το υψηλό θεολογικό χαρακτήρα της ησυχίας ανέπτυξε βαθύτατη δογματική διδασκαλία γύρω από την ταυτότητα και την σωτηριολογική λειτουργία της θείας Χάριτος. Έτσι όμως ανέδειξε ταυτόχρονα και τις θεολογικές προϋποθέσεις της εν Αγίω Πνεύματι ζωής ησυχαστών, οι οποίες συνίστανται στις σταθερές και απλανείς παραμέτρους της θεοφάνειας και της θεοπτίας. Ο ακαταμάχητος υπέρμαχος του Ησυχασμού εξέφρασε αλάθητα την Εκκλησία υποστηρίζοντας ότι η υπαρξιακή βίωση της θεοπτίας, ως βιωματική εμπειρία της θεοποιού ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, νοηματοδοτεί κατεξοχήν θεολογικά την ησυχαστική ζωή, η οποία κορυφώνεται στην πλήρη ένωση του ανθρώπου με τον Θεό και στην χαρισματική θέωση του ανθρώπου, που συνιστά και την ύψιστη μορφή της εν Αγίω Πνεύματι ζωής των πιστών.

1.Χαρακτήρας της ησυχαστικής ζωής
     Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μελέτησε την Ασκητική Γραμματεία κοντά σε αγίους ησυχαστές, οι οποίοι διδάχτηκαν τον Ησυχασμό όχι μόνο από την θεία Χάρη αλλά και από την προσωπική ασκητική πείρα τους. Από τους έγκριτους αυτούς διδασκάλους1 της εν Αγίω Πνεύματι ζωής διδάχτηκε την ιερά νήψη και την νερά προσευχή. Κατεξοχήν όμως διδάσκαλος του υπήρξε ο προσωπικός κόπος του και η μέσω των κόπων εμπειρία2.Γνώρισε και ο ίδιος εμπειρικά την ησυχαστική ζωή. Έτσι όταν κλήθηκε να υπερασπιστεί τον ησυχασμό, είχε ήδη αφομοιώσει με γόνιμο και δημιουργικό τρόπο σύνολη την Πατερική Παράδοση, οπότε επέδειξε απαράμιλλη αγωνιστικότητα, θεολογική εμβρίθεια και αγιοπνευματική εμπειρία, που αποτυπώθηκαν κυρίως στο συγγραφικό έργο του: «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», και συνοπτικώς στον «Αγιορειτικό Τόμο».
     Τι είναι όμως συγκεκριμένα η ησυχία και ο Ησυχασμός καθεαυτόν;
      Ως ασκητικός όρος, η «ησυχία» έχει κατεξοχήν υπαρξιακό και βιωματικό περιεχόμενο. Σημαίνει την ειρήνη του έσω ανθρώπου, που εγκαθίσταται σ' αυτόν, όταν ο άνθρωπος δει, σιχαθεί και αφαιρέσει το «ειδεχθές προσωπείον» (την απαίσια μάσκα) του, που συστάθηκε από την περιπλάνηση του νου3. Η ησυχία συνδέεται άρρηκτα με την νήψη του νου, την πνευματική εγρήγορση, και την βιωματική εμπειρία όλων εκείνων των καταστάσεων, που πραγματώνονται στη νήψη κατά πνευματικό και ανέκφραστο τρόπο4.
     Κατά συνέπεια, έργο του ησυχαστή είναι «η φυλακή της καρδίας» με την αγαπητική τήρηση των εντολών, την πνευματική καθαρότητα και την μυστηριακή ζωή. Με την τήρηση των εντολών αποβάλλει ο ησυχαστής τον νόμο της αμαρτίας και εισάγει στον εαυτό του την εποπτεία του νου. Οι αισθήσεις του ελέγχονται με την εγκράτεια, ενώ το παθητικό της ψυχής κυριαρχείται από την αγάπη και το λογιστικό από την νήψη5. Ο ησυχαστικός βίος παρέχει την λειτουργική δυνατότητα στην θεία Χάρη να «επισκευάσει»τον έσω άνθρωπο και να τον διαμορφώσει προς το πρωτότυπο, παρέχοντάς του «ανθισμένο» το αρχαίο και απερίγραπτο κάλλος του6.
     Ο ησυχαστής ζη χωρίς μέριμνες, απαλλαγμένος, κατά το δυνατόν, από κάθε σχέση περισπάσεως. Με την αδιάλειπτη προσευχή ενώνει το νου του με τον Θεό και συγκεντρούμενος εξολοκλήρου στον εαυτό του βρίσκει νέα και απόρρητη άνοδο προς τον ουρανό. Εκεί προσηλώνοντας το νου του, γεύεται ανέκφραστη ηδονή, βιώνει τέλεια και γλυκύτατη γαλήνη, πραγματική ησυχία και αφθεγξία. Και έτσι, αφού παραδοθεί στον Θεό, βλέπει την δόξα του Θεού και εποπτεύει το θείο φως7.
     Ο απώτερος σκοπός της ησυχαστικής ζωής είναι να γίνει ο άνθρωπος ένα με την Τρισυπόστατη Μονάδα - σύμφωνα με την αρεχιερατική προσευχή του Χριστού και με την συνεργία του - όπως δηλαδή εκείνος ήρθε σε κοινωνία και ενότητα με την ανθρώπινη φύση, χωρίς να απομακρυνθεί από την δική του Τριαδική Μονάδα8.
     Για τους παραπάνω λόγους, η ησυχαστική ζωή αξιολογείται από τον θεολόγο της ησυχίας και του φωτός της Χάριτος ως η υψηλότερη μορφή του ασκητικού βίου9, ενώ ο Ησυχασμός ως το ακριβέστερο τμήμα της Εκκλησίας10, αφού στο πλαίσιό του βιώνεται κατεξοχήν η κορυφαία πνευματική εμπειρία του άκτιστου φωτός, ως θεοπτία.
2.Έλλαμψη της θεοποιού χάριτος - Θεοφάνεια και θεοπτία
     Ο Χριστός κατά την ιστορική παρουσία του στη γη φανέρωσε στους επίλεκτους των μαθητών του την άκτιστη θεότητα του με την μεταμόρφωσή του στο Θαβώρ. Κατά την θεολογική αποτίμηση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, οι μαθητές είδαν εκεί «την ουσιώδη ευπρέπεια του Θεού...την υπέρφωτη λαμπρότητα του αρχέτυπου κάλλους, το άμορφο είδος της θεϊκής ωραιότητας...είδαν αυτό το υπέρ νουν απρόσιτο φως ...είδαν την χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία έπειτα έλαβαν και κατοίκησε μέσα τους»11.
     Η χάρη του Θεού είναι ο αρραβώνας της κληρονομιάς των αγίων, το Πνεύμα της υιοθεσίας12, και η επαγγελία του Πνεύματος, την οποία έλαβε από τον Πατέρα ο Υιός και χάρισε στους πιστούς του. Είναι το Πνεύμα του Χριστού, το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο13.
     Την θεία Χάρη λαμβάνει ο πιστός στο άγιο βάπτισμα, και ειδικότερα κατά το μυστήριο του ιερού Χρίσματος, οπότε καθίσταται χαρισματικό γένος της, αφού από αυτήν γεννήθηκε κατά το θείο λουτρό και έτσι απέκτησε το αρχαίο κάλλος14. Στο εξής η άκτιστη Χάρη ενυπάρχει αδιαλείπτως στον πιστό και τον οικονομεί σωτηριολογικώς κατά ποικίλλους τρόπους, ενώ το θείο φως της λάμπει σ' αυτόν άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο15.
     Το φως αυτό γίνεται θεατό πνευματικά με την νοερά αίσθηση και αποτελεί την αχώριστη δόξα και λαμπρότητα της θείας φύσεως16.
     Αποτελεί όμως και την στολή της ψυχής του πιστού, αφού επαναφέρει σ' αυτήν το αρχαίο και υπέρτατο κάλλος, αλλά ταυτόχρονα συνιστά και την αληθινή τροφή τόσο των αγγέλων όσο και των δικαίων17.
     Δεν έχει δική του υπόσταση18, γι' αυτό και λέγεται «ενυπόστατο» και όχι ευθυπόστατο19. Έτσι, εύλογα γίνεται λόγος για έλλαμψη υποστατικού φωτός στις ψυχές των πιστών20, που ενεργεί σ' αυτές δίχως να χωρίζεται από το Άγιο Πνεύμα21.
     Ως άκτιστη δόξα του Θεού, προαιώνια και ατελεύτητη, το θείο φως δεν είναι αισθητό22, αλλά νοητό23, και νοερό η καλύτερα πνευματικό, που προσεγγίζεται πνευματικώς και οράται πνευματικώς24. Είναι άϋλη θεία έλλαμψη και Χάρη, που «οράται κατά αόρατο τρόπο και κατανοείται κατά ακατανόητο τρόπο»25. Είναι «φυσική ακτίνα της θεότητος»26, και «θεότητα που φανερώθηκε στους μαθητές πάνω στο όρος»,κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο27.
     Η θεία έλλαμψη προϋποθέτει για την θέα της την καθαρότητα της καρδιάς και αξιολογικώς βρίσκεται πάνω από λόγο για τον Θεό και πάνω από την λογική. Βέβαια, η θεία έλλαμψη παρέχει γνώση του Θεού, αλλά αυτή η νόηση και η γνώση χορηγείται στο νου από το Άγιο Πνεύμα. Αν λοιπόν μερικές φορές αυτή η θεία έλλαμψη ονομάζεται γνώση και νόηση, θα πρέπει να νοηματοδοτείται διαφορετικά, επειδή εννοείται άλλο είδος νοήσεως, πνευματικό28.
     Ο φιλόσοφος αντιησυχαστής, Βαρλαάμ νόμιζε, ότι φέρνει τον Θεό μέσα του καθένας που έχει την γνώση των όντων, η βλέπει μέσω αυτής της γνώσεως. Στην πραγματικότητα όμως, λέει ο Παλαμάς, ο άνθρωπος αυτός έχει μέσα του την γνώση των κτισμάτων και μέσω της γνώσεως αυτής στοχάζεται τον Θεό, ανάγεται δηλαδή αφαιρετικώς στο Θεό και εκφράζεται στοχαστικώς γι' αυτόν. Η θεώρηση αυτή του Θεού δεν αποτελεί γνώση του Θεού καθεαυτήν. Αλλά εκείνος, που έχει μέσα του το θείο φως ενεργό, βλέπει κατά ανέκφραστο τρόπο και εκφράζεται όχι πιθανολογώντας για τον Θεό, αλλά έχοντας αληθινή θέα και βιωματική εμπειρία του. Αυτός γνωρίζει αληθινά και έχει μέσα του τον Θεό, γιατί ο Θεός δεν χωρίζεται ποτέ από την αΐδια δόξα του. Ο πιο αξιόπιστος, που μπορεί να μας πληροφορήσει ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να αποκτήσουμε και να βλέπουμε το θείο φως, είναι εκείνο το θείο πρόσωπο, που προσέλαβε τη φύση μας και μετάδωσε σ' αυτήν την δόξα της φύσεώς του. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι η τήρηση των θείων εντολών, γιατί ο Χριστός υποσχέθηκε την εμφάνισή του σε όποιον τις τηρεί. Την εμφάνιση αυτή ονόμασε ο Χριστός διαμονή του εαυτού του και του Πατέρα του σ' αυτόν, λέγοντας: «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει και ο πατήρ αγαπήσει αυτόν και ελευσόμεθα προς αυτόν και μονήν παρ' αυτώ ποιησόμεθα»29, και «εμφανίσω αυτώ εμαυτόν»30. Εδώ, κατά τον Παλαμά, πρόκειται για την Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δια της οποίας επιφαίνεται και ενοικεί ο Θεός στους αξίους31.Η ενοίκηση του Υιού με τον Πατέρα ερμηνεύεται ως μέθεξη της θεοποιού Χάριτος και ενεργείας32, ενώ σε άλλη συνάφεια ταυτίζει ο Παλαμάς την έλευση του Χριστού, την παραμονή και εμφάνισή του μαζί με τον Πατέρα, με την άνοδο μας προς αυτόν δι' αποκαλύψεως, θεωρώντας την ως υπερουράνια ανάβαση και αρπαγή33.
     Η γνώση του Θεού, που παρέχει η θέα του φωτός, είναι πάνω από κάθε άλλη γνώση, επειδή δεν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από την παραμονή και φανέρωση του Θεού μέσα μας, ούτε ίσο ούτε παραπλήσιο. Έτσι, εμείς γνωρίζουμε ότι η τήρηση των εντολών παρέχει αληθινή γνώση, γιατί με αυτήν μόνο εξασφαλίζεται η υγεία της ψυχής. Υγεία της ψυχής δεν μπορεί να υπάρξει, όταν ασθενεί το γνωστικό της ψυχής. Η τήρηση των εντολών παρέχει όχι μόνο γνώση του Θεού, αλλά και χαρισματική θέωση, στην οποία οδηγούμαστε, ενόσω βλέπουμε μέσα μας εν Πνεύματι την δόξα του Θεού. Και αυτό γίνεται, όταν ο Θεός ευδοκήσει να μας ανυψώσει προς τα πνευματικά μυστήρια34.
     Αν η γνώση των θείων Γραφών είναι ασφαλής και βεβαία κατά τον απόστολο Πέτρο, κατά τον ίδιο απόστολο αυτή η γνώση αποτελεί φως λυχναριού, που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, μέχρις ότου γλυκοχαράξει η ημέρα, όπως χάραξε διαυγώς στο Θαβώρ, και ανατείλει ο φωσφόρος στις καρδιές, ο Χριστός. Τόσο πολύ δηλαδή διαφέρει η γνώση των θείων Γραφών από το φως της γνώσεως, που πηγάζει από την μυστική θεωρία. Είναι το φως που λάμπει κατά το μεσουράνημα του ήλιου το μεσημέρι35.

3.Προϋποθέσεις της θεοπτίας.
     Άλλο είναι η έλλαμψη της θείας Χάριτος, άλλο η διαρκής θέα του φωτός, και άλλο θέα των πραγμάτων στο φως, οπότε και τα μακρινά είναι μπροστά στα μάτια και τα μελλοντικά παρουσιάζονται ως παρόντα. Αλλά και εδώ υπάρχουν διαβαθμίσεις, που συνδέονται με την πνευματική πρόοδο. Αυτή η πρόοδος θα συνεχίζεται επάπειρον36, και συναρτάται με την χωρητικότητα της θείας ελλάμψεως στον πιστό. Η θέα της θείας δόξας είναι πάντοτε ανάλογη με την δεκτικότητα του ορώντος37. Στους αρχάριους λ.χ. το φως αυτό λάμπει αμυδρότερα και όχι συνεχώς, ενώ στους τελείους, εκτός από την υπεραφθονία του φωτός γίνεται και προσθήκη ταπεινώσεως, διαφορετική στο είδος από την ταπείνωση των αρχαρίων38. Η ταπείνωση οδηγεί στο πένθος αυξάνει την κάθαρση της καρδιάς, πράγμα που σημαίνει δεκτικότητα για περισσότερη έλλαμψη39.
     Η ασφαλής πληροφόρηση για τον τρόπο θέας του φωτός της Χάριτος γίνεται από εκείνους που το βλέπουν, γίνεται «παρά των ορώντων»40, απ' όσους το γνώρισαν εμπειρικώς. Εκείνους δηλαδή, που με την κακοπάθεια της ασκήσεως και την ταπεινή προσευχή απέκτησαν τον αγιασμό, χωρίς τον οποίο κανείς δεν θα δει τον Κύριο, κατά τον Απόστολο Παύλο41. Ο αγιασμός προϋποθέτει την κάθαρση της καρδιάς δια της τηρήσεως των εντολών και της συνεχούς απασχολήσεως του νου με την γνήσια και άϋλη προσευχή, και ιδιαίτερα δια της εντολής της αγάπης. Έτσι, ο Θεός οράται απ' όσους έχουν καθαρθεί με την αγάπη42.Αυτοί είναι «οι δια καθαρότητος πνευματικώς ορώντες»43, όσοι δηλαδή έχουν καθαριστεί από τα πάθη και την άγνοια. Αυτοί με το νου, που έχει καθαρθεί και φωτισθεί και μετέχει σαφώς στη Χάρη του Θεού, καθίστανται κοινωνοί μυστικών, υπερφυσικών, θεαμάτων. Παράλληλα, βλέπουν και την λαμπρότητα, με την οποία έχει πλουτιστεί ο νους τους από την Χάρη του Θεού, και η οποία ενισχύει την δύναμη του νου να υπερβαίνει τον εαυτό του και να ολοκληρώνει την ένωση του με τα υπέρ έννοια. Με αυτή τη λαμπρότητα βλέπει ο νους εν Πνεύματι τον Θεό44. Με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος αποκτά την πνευματική εμπειρία να ακούει τα ανήκουστα και να βλέπει τα αθέατα45. Όχι μόνο το ορώμενο θείο φως, αλλά και η ορώσα δύναμη, με την οποία βλέπει ο νους, είναι πνευματική δύναμη, που βρίσκεται ασυγκρίτως υψηλότερα από τις κτιστές γνωστικές δυνάμεις. Και η δύναμη αυτή παρέχεται από την θεία Χάρη46.
     Η θέα του θείου φωτός γίνεται απ' όσους έχουν πνευματικούς οφθαλμούς και νουν Χριστού, με τους οποίους βλέπουν το αόρατο και νοούν το ακατανόητο47. Ο νους του πιστού βλέπει με καθαρότητα τα πνευματικά, όταν γίνει ένα Πνεύμα με τον Κύριο48. Τότε γνωρίζει και τα του Θεού, επειδή μόνο το Πνεύμα του Θεού γνωρίζει τα του Θεού49. Έτσι, το θείο φως γίνεται ορατό με την μεταμόρφωση των αισθήσεων, γι' αυτό και παραμένει αθέατο από τους άλλους ανθρώπους κατά την χαρισματική φανέρωσή του50.
     Άλλωστε, η θεία Χάρη προσκτάται στους αγίους ως υπερφυσική και θεία μετοχή κατά ανάλογο τρόπο, που προσκτάται από τους επιστήμονες η επιστήμη, η οποία ενώ είναι πάντοτε παρούσα σ' αυτούς, εκδηλώνεται ενεργώς όταν χρειάζεται51. Ως ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καθαρή ψυχή, εμφανίζεται όπως η δύναμη της οράσεως στον υγιή οφθαλμό52 κα γίνεται ένα με τον όλο άνθρωπο, όπως είναι η ενότητα των μελών του σώματος και η ενότητα της ψυχής προς το σώμα53.
     Το θείο φως οράται διά του ιδίου φωτός54, με όραση ενεργούμενη από το Άγιο Πνεύμα55. Πως όμως γίνεται αυτό ακριβώς; Στην πραγματικότητα, ο τρόπος, με τον οποίο οράται ο αόρατος Θεός, είναι ανέκφραστος. Ο Απόστολος Παύλος, στον οποίο παραπέμπει ο Παλαμάς, θα μας πει ότι αυτό δεν γίνεται «εν διδακτοίς ανθρωπίνοις σοφίας λόγοις, αλλ' εν διδακτοίς Πνεύματος αγίου»56. Ο υπέρμαχος του Ησυχασμού προχωρεί σε πολύ ενδιαφέρουσες διευκρινίσεις. Ο άϋλος νους, λέει, ατενίζοντας προς το πρώτο - το ανώτατο και αληθινό φως - τον Θεό, χωρίς επιστροφή, με την άϋλη, αδιάλειπτη κα καθαρή προσευχή, και έχοντας μετασκευαστεί ήδη προς το αγγελικό αξίωμα, αφού καταληφθεί από το ίδιο το πρώτο φως, φαίνεται και ο ίδιος κατά μέθεξη όπως είναι και το αρχέτυπο κατά την αιτία. Τότε ακτινοβολεί έχοντας την ωραιότητα του μυστικού κάλλους, την λαμπρότητα και την απρόσιτη ακτινοβολία57. Με αυτόν τον τρόπο το φως αυτό, που είναι ο Θεός, λαμπρύνει τους μετόχους του χαρισματικώς δια της ενώσεώς τους με αυτό, κατά ανέκφραστο τρόπο58. Βλέποντας οι θεούμενοι στον εαυτό τους το άκτιστο φως, βλέπουν το ένδυμα της θεώσεώς τους, την οποία τους υποσχέθηκε ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή του, σύμφωνα με την οποία θέλησε να είναι και αυτοί μαζί του για να βλέπουν την δόξα του59.

4.Χαρισματική θέωση - Αγιοπνευματική ζωή
     Είναι σημαντικό γεγονός, ότι ο Παλαμάς δεν θέλησε να γράψει τίποτε για την θέωση του ανθρώπου. Όταν όμως προσκλήθηκε από τους αντιπάλους του, αναγκάστηκε να αναφερθεί σ' αυτήν με λίγα ευσεβή λόγια - ανεπαρκή κατά την δήλωσή του60 - υπογραμμίζοντας σ' αυτά, ότι η εμπειρία της θεώσεως βιώνεται ως αρραβώνας κατά την ιστορική παρουσία των αγίων στη γη61.
     Το φως της μεταμορφώσεως στο Θαβώρ, αλλά και αυτό που βλέπουν οι άγιοι στην παρούσα ζωή, τοποθετείται αξιολογικώς από τον Παλαμά στην ίδια βαθμίδα με το φως της μέλλουσας Δεύτερης Παρουσίας του Χριστού. Είναι το ίδιο φως, που θα περιλάμπει συνεχώς τους αξίους κατά την μέλλουσα ζωή. Είναι το προοίμιο της δόξας του Θεού62. Αυτό είναι το φως του μέλλοντα αιώνα, το οποίο θα είναι ορατό με τους οφθαλμούς της καρδιάς63. Είναι το φως που βλέπουν μέσα τους οι άγιοι, η δόξα της θείας φύσεως 64, αυτή η άϋλη θεότητα του Πατέρα και του Πνεύματος, που απαστράπτει στο πρόσωπο του Μονογενούς Υιού κατά την μεταμόρφωσή του65. Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι η φωτοφάνεια αποτελεί την φανέρωση του Θεού στους αξίους του, ενώ τη μετοχή σ' αυτήν την θεοφάνεια συνιστά την θεοπτία. Θεοφάνεια και θεοπτία αποτελούν τις απλανείς θεολογικές προϋποθέσεις της εν Αγίω Πνεύματι ζωής, η οποία ταυτίζεται με την χαρισματική θέωση του ανθρώπου.
     Όσοι καταξιώνονται να βλέπουν αυτήν την θεοφάνεια γίνονται και μέτοχοι σ' αυτό το θεουργό φως66, το οποίο ως θεότητα, που είναι, τους θεοποιεί χαρισματικώς67. Αυτό το θείο φως, η λαμπρότητα του Θεού, είναι κατά τον Παλαμά η θέωση. Δεν υπάρχει κάτι υψηλότερο από την θεωρία αυτή για τους αξίους. Μέσω του φωτός αυτού ενώνεται ο Θεός με τους αγίους. Αυτό το θείο φως είναι το θεοποιό δώρο68.Γι' αυτό και λέγεται, ότι η θέωση είναι ουσιώδης ενέργεια του Θεού69. Άλλωστε, αν η θέωση προέρχεται από φυσική δύναμη του ανθρώπου που τίθεται σε ενέργεια, τότε οι θεούμενοι άγιοι δεν φθάνουν πάνω από τη φύση τους, ούτε γεννιούνται από τον Θεό70, ούτε είναι Πνεύμα, ως γεννημένοι από το Πνεύμα71.
     Ο Θεός, ενώ είναι αμέθεκτος, αόρατος και άϋλος, γίνεται μεθεκτός κατά υπερφυσικό τρόπο, χωρείται, διαφαίνεται και γίνεται κατά την θεοπτία ένα Πνεύμα72 με εκείνους, που τον συναναστρέφονται με καθαρή καρδιά, σύμφωνα με την προσευχή του κοινού Πατέρα μας προς τον δικό του Πατέρα. Γιατί λέει: «Δος αυτοίς, ίνα καθάπερ εγώ, πάτερ, εν σοι και συ εν εμοί, και αυτοί, εν ημίν εν ώσι»73. Έτσι, οι Απόστολοι, εξαιτίας της εν Χριστώ ενότητάς τους διά του Αγίου Πνεύματος της Πεντηκοστής, είναι ένα με τον Χριστό και μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Παλαμάς να αρκείται σε έναν απ' αυτούς (στον Ιωάννη) και να λέει ότι μέσω αυτού παρουσιάζουμε όλους τους αγίους74. Η ενότητα αυτή με τον Θεό είναι τέλεια, γιατί ο πιστός γίνεται ένα Πνεύμα με τον Θεό75. Αυτό το Άγιο Πνεύμα κήρυττε δια των Αποστόλων μετά την Πεντηκοστή76.
     Η θέωση, ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ταυτίζεται με την βασιλεία του Θεού. Γιατί το να γίνει κάποιος χαρισματικά θεός, είναι το ίδιο με το να πετύχει την βασιλεία του Θεού. Και, επειδή η βασιλεία του Θεού είναι άναρχη και άκτιστη, άναρχη και άκτιστη είναι και η θέωση77. Άκτιστη και άναρχη είναι και η αγιότητα των αγίων78. Οι θεωμένοι είναι πλήρης αϊδίου φωτός, το οποίο τους χαρίζει θεοπρεπή γνώση και ζωή79. Δεν κυριαρχούνται από την κτιστή χρονική ζωή, που έχει αρχή και τέλος, αλλά από
     Την θεία και αΐδια ζωή του ενοικούντος σ' αυτούς Θεού Λόγου80, όπως έλεγε για τον εαυτό του και ο Απόστολος Παύλος: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός»81. Πρακτικώς, ο Χριστός κατοικεί στις καρδιές των πιστών δια του Αγίου Πνεύματος82, και κριτήριο, ότι μένει μέσα τους, είναι το Άγιο Πνεύμα, που τους έδωσε83. Έτσι εξηγείται, γιατί είναι μία η ενέργεια του Θεού και των θεωμένων84.
     Στην κυριολεξία η θέωση είναι σαφώς ανώτερη από την απλή θέα του θείου φωτός, επειδή η θέωση προϋποθέτει την πλήρη ένωση του ανθρώπου με τον Θεό85. Για να γίνει όμως ο άνθρωπος προσαρμοστικός για την ένωση, είναι απαραίτητη η ομοίωση του με τον Θεό, η οποία πετυχαίνεται με την ενέργεια που απορρέει από την τήρηση των εντολών, ενέργεια η οποία δεν είναι αποτέλεσμα φυσικής μιμήσεως αλλά αποτέλεσμα δυνάμεως του Πνεύματος, η οποία ενυπάρχει απορρήτως στους βαπτισμένους86. Η αρετή, που προκύπτει από την τήρηση των εντολών, καθιστά τον πιστό κατάλληλο απλώς για την ένωση, την οποία τελεσιουργεί μόνον η άκτιστη θεία Χάρη του βαπτισμένου87. Στην διαδικασία της ενώσεως με τον Θεό η προσευχή ιερουργεί αυτήν την ένωση88. Και όλα αυτά στο πλαίσιο των θεουργών μυστηρίων, αφού μέσω των μυστηρίων παίρνουμε, αλλά και διατηρούμε την άκτιστη θεία Χάρη89.
      Και επειδή οι θεούμενοι προσλαμβάνουν και διατηρούν ενεργό την άκτιστη θεοποιό Χάρη, δηλαδή το ίδιο το Άγιο Πνεύμα χαρισματικώς, είναι προφανές ότι δεν βελτιώνονται απλώς κατά την φύση τους90. Ο επιδιωκόμενος σκοπός της εν Αγίω Πνεύματι θεωμένης ζωής του πιστού είναι η βίωση εν αρραβώνι των υποσχέσεων του Θεού για τα μελλοντικά αγαθά91. Ο μέτοχος της ενεργού θείας Χάριτος καθίσταται ναός της θείας δόξας και τόπος πνευματικής τρυφής. Αναδεικνύεται άλας της γης και φως του κόσμου92, ανεξάρτητα αν είναι μοναχός η ζει εν συζυγία στον κόσμο93.
     Μερικά χαρακτηριστικά της αγιοπνευματικής εμπειρίας, που προκύπτει από την θέα και βίωση του ακτίστου φωτός, είναι η παύση των αισχρών ηδονών και παθών στην ψυχή. Ειρήνευση των λογισμών, ανάπαυση και χαρά πνευματική, περιφρόνηση της δόξας εκ μέρους των ανθρώπων, ταπείνωση μαζί με ανέκφραστη αγαλλίαση, μίσος προς το κοσμικό φρόνημα, έρωτας για τα ουράνια πράγματα η καλύτερα για τον Θεό των ουρανών. Όλα αυτά μπορεί να τα ζει κανείς ανεξάρτητα από την κατάσταση υγείας η αρτιότητας των σωματικών αισθήσεών του94. Τότε εμφανίζεται η θεοειδής έξη κατά την αρετή και το δυσκίνητο η εντελώς ακίνητο προς την κακία95.
     Ακόμη, το θείο φως ως χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος βιώνεται και ως γνώση αποκαλυπτική, ως θεογνωσία, ως δικαιοσύνη, ως αγιότητα και ελευθερία. Αυτό καθιστά το στόμα των θεουμένων στόμα Θεού με σοφία Θεού, «η ου δυνήσονται αντιπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι»,γιατί σύμφωνα με την διαβεβαίωση του Χριστού, «ουχ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά το πνεύμα του Πατρός υμών το λαλούν εν υμίν»96. Εκτός από την θέα του ακτίστου φωτός, στην εν Αγίω Πνεύματι ζωή εντάσσει ο υπέρμαχος της ησυχίας την εγκάρδια ενέργεια της προσευχής, την πνευματική θέρμη και την πνευματική ηδονή, αλλά και τα ευάρεστα και γλυκά δάκρυα της Χάριτος97.
     Ο άνθρωπος μετέχει στην εν Αγίω Πνεύματι ζωή ως ολότητα ψυχοσωματική. Έτσι, αγιάζονται οι διαθέσεις και ενέργειες και του σώματος98, επειδή κάθε τι ανθρώπινο δεν νεκρώνεται, αλλά μεταμορφώνεται από την άκτιστη θεία Χάρη99. Τα τεκμήρια του θείου κάλλους διαβιβάζονται από το νου και την ψυχή στο συνημμένο σώμα100. Όταν αυτό εμπλουτίζεται από την ενεργό θεία Χάρη, η σαρκική καρδιά φανερώνει με πνευματικά σκιρτήματα την κοινωνία μαζί της, ενώ το σώμα γίνεται ανάλαφρο, φωτίζεται και θερμαίνεται101.
      Εξαιτίας του άκτιστου χαρακτήρα της, η εν Αγίω Πνεύματι θεωμένη ζωή των πιστών μένει ουσιαστικά ανέκφραστη, ακόμη και όταν γίνεται λόγος γι' αυτήν102. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει το ποιόν της πνευματικής ηδονής , που προκύπτει από την εκ Θεού χαρά και Χάρη, σε όσους δεν την έχουν δοκιμάσει προσωπικώς. Η χρηστότητα αυτή του Παρακλήτου σ' όσους δεν την γεύτηκαν είναι σχεδόν ανήκουστη, ως ανέκφραστη103. Παραμένει όμως γνωστή και επώνυμη μόνο για εκείνους, που την έχουν αποκτήσει104. Τα αίτια των πνευματικών αυτών εμπειριών κατά νοούνται μόνο με την νοερή και πνευματική αίσθηση105.
     Τέλος η εν Αγίω Πνεύματι ζωή πρέπει να αποκτηθεί και να βιωθεί οπωσδήποτε στην παρούσα ζωή του πιστού, γιατί όποιος δεν την λάβει εδώ, δεν θα την έχει ούτε στη μέλλουσα μετά θάνατον ζωή106.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
     Απ' όσα είπαμε παραπάνω έγινε, νομίζουμε, σαφές ότι η χαρισματική θέωση του πιστού ταυτίζεται ουσιαστικά με την αγιοπνευματική ζωή του, και ακόμη ότι οι θεολογικές προϋποθέσεις αυτής της ζωής είναι η θεοφάνεια - δια της ελλάμψεως της θεοποιού Χάριτος - και η θεοπτία. Τόσο όμως η δωρεά της θεοπτίας όσο και η χαρισματική παραμονή στην αγιοπνευματική ζωή προσδιορίζονται και από συγκεκριμένες ανθρωπολογικές προϋποθέσεις.
     Ο Εωσφόρος και οι Προπάτορες μας είχαν την δωρεά της θεοπτίας. Και στις δύο περιπτώσεις όμως ακολούθησε η γνωστή πτώση τους και η απώλεια της χαρισματικής δωρεάς. Η αιτία της πτώσεώς τους ήταν η ίδια. Τόσο ο Εωσφόρος, όσο και οι Προπάτορες επεθύμησαν και επεδίωξαν την ισοθεΐα τους αγνοώντας κατάφορα τις υπαρξιακές προδιαγραφές τους, ως κτιστών όντων. Πρόβαλαν υπερήφανα και εγωιστικά το θέλημά τους, παρέκαμψαν τον Θεό και τοπ θέλημά του γι' αυτούς, και επεχείρησαν την πνευματική αναβάθμιση της θέσεώς τους με μοναδικό κριτήριο τις προσωπικές επιλογές τους. Γι' αυτό και αστόχησαν τραγικά.
     Κατά συνέπεια, αν ο πιστός επιδιώξει την θέωση η την αγιοπνευματική ζωή ως σκοπό της ζωής του, κινδυνεύει να εμπέσει στον ίδιο πειρασμό των Προπατόρων του με τις ανάλογες συνέπειες. Η θέωση, ως αγιοπνευματική ζωή, δεν μπορεί να τεθεί από τον άνθρωπο ως σκοπός του, επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να πραγματώσει έναν σκοπό, που βρίσκεται πολύ πάνω από τις κτιστές, φυσικές δυνατότητές του. Όπως λέει, πολύ επιτυχώς, ο άγιος Μάξιμος, «πάσχομεν ως υπέρ φύσιν ούσαν κατά χάριν, αλλ' ου ποιούμεν την θέωσιν, ου γαρ έχομεν φύσει δεκτικήν της θεώσεως δύναμιν107.
     Η θέωση αποτελεί σκοπό του Θεού για τον άνθρωπο και άκτιστη δωρεά του προς αυτόν. Έτσι όμως αλλάζουν ριζικά τα πράγματα, αλλάζει και η διαδικασία για την πραγμάτωση του σκοπού.
     Ειδικότερα, η θέωση των πιστών, που ουσιαστικά εκφράστηκε στην αρχιερατική προσευχή του Χριστού - να γίνουν δηλαδή οι πιστοί ένα με τον Τριαδικό Θεό και να βλέπουν διαρκώς την άκτιστη δόξα του108 - έχει ως θεμελιώδη προϋπόθεση την τήρηση των εντολών του Θεού, αφού αυτή η τήρηση οδηγεί στη φανέρωση του Χριστού και του Θεού Πατέρα εν Πνεύματι στην καρδιά του πιστού109. Τήρηση όμως των εντολών σημαίνει πρακτικώς την παραίτηση του πιστού από το ίδιο θέλημα του, όσο καλό και αν φαίνεται ότι είναι. Σημαίνει υποταγή του θελήματός του στο θέλημα του Θεού. Αλλά για να παραιτηθεί ο πιστός από το θέλημά του πρέπει προηγουμένως να γνωρίσει δια της θείας Χάριτος τον έσω άνθρωπό του και να δει το τραγικό αποτέλεσμα της περιπλάνησης του νου στα θελήματά του. Τότε θα σιχαθεί το θέλημά του, θα παραιτηθεί από αυτό και θα αρνηθεί έτσι πρακτικώς τον εαυτό του, ώστε να μπορεί στο εξής να γίνει αληθινός μαθητής του Χριστού. Τότε μόνο θα προσανατολίσει σταθερά το θέλημά του στο θέλημα του Θεού και θα θεωρεί ως μονόδρομο την τήρηση των εντολών για την ευαρέστηση του Θεού, χωρίς καμμιά άλλη εναλλακτική λύση. Παραιτούμενος ο πιστός με βδελυγμία από το θέλημά του, πρακτικώς ταπεινώνεται πραγματικά, με συνέπεια να δέχεται πλούσια την Χάρη του Θεού, η οποία του δίνει την δυνατότητα να ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού για την τήρηση των εντολών του, αφού κατά την διαβεβαίωσή του Χριστού, «χωρίς εμού ου δύνασθαι  ποιείν ουδέν»110. Έτσι όμως η χαρισματική θέωση του πιστού, που προκύπτει από την τήρηση των εντολών, προσφέρεται ως άκτιστη θεοποιός ενέργεια και δωρεά από τον Θεό και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά πράξη του πιστού, ούτε κατόρθωμά του. Με αυτές τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις διασφαλίζεται ρεαλιστικά η διαρκής πρόοδος του πιστού στην αγιοπνευματική ζωή και εκμηδενίζεται ο κίνδυνος κάθε πτώσεως προγονικού τύπου.
 
1.Βλ.Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,2,12 και 2,2,2.Πρβλ. Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, ΕΠΕ, τομ.1, Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια υπό Π. Χρήστου, Θες/νίκη 1981, σ.10.
2.Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,2,8.
3. Βλ. Εις τον βίον του οσίου Πέτρου του εν Άθω 18, στο Γρηγορίου Παλαμά, Άπαντα τα έργα, ΕΠΕ, τομ. 8, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 298.
4.Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,12.
5.Βλ. ό. π. Λόγος 1,2,2.
6.Βλ. Εις τον βίον του οσίου Πέτρου του εν Άθω, 21, ο.π.σ.302.
7.Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,46.
8.Βλ. ό. π. Λόγος 2,1,34 με αναφορά στο Ιω.17,21 - 24.
9.Βλ. ό. π. Λόγος 1,2,6.
10.Βλ. ό. π. Λόγος 2,1,14.
11.Βλ. ό. π. Λόγος 3,3,9.
12.Βλ. Ρωμ.8,15: «ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας».
13.Βλ. Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 4.
14.Βλ. Προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους 21, στο Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, ΕΠΕ, τόμ. 8, σ.456.
15.Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,2,1.
16.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,37.
17.Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,29.
18.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,6.
19.Βλ. ό. π. Λόγος 3,1,18.
20.Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,7, με αναφορά στον Άγιο Μακάριο, Ομιλίαι 5,10, PG 34,516Α.
21.Βλ. ό. π. Λόγος 3,2,17.
22.Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,27
23.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,6.
24.Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,10.
25.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,8.
26.Βλ. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Ομιλία εις Μεταμόρφωσιν 12, PG 96,564Β,στο Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείων ενεργειών 11.
27.Βλ. Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 40,6, PG 36,365Α: «φως η παραδειχθείσα θεότης επί του όρους τοις μαθηταίς», στο Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,12.
28.Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,52.
29.Ιω. 14,23. Είναι, βέβαια, φανερό ότι ως «λόγο» του εννοεί τις εντολές του, γιατί στην ίδια συνάφεια, προηγουμένως, αντί του «λόγου», που χρησιμοποιεί εδώ, έχει θέσει τις εντολές, γιατί λέει, «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστι ο αγαπών με» (Ιω. 14,21). Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,3,16.
30.Ιω. 14,21.
31.Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείων ενεργειών 49.
32.Βλ. ό.π.48.
33.Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,1,44.
34.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,17.
35.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,18, με αναφορά στο Β' Πέτρ,1,19.
36.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,35.
37.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,17
38.Βλ. Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 26, PG 88, 1033 Β, στο Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,49.
39.Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,52.
40.Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,44.
41.Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Προς μοναχήν Ξένην, Περί παθών και αρετής 43, με αναφορά στο Εβρ. 12,14.
42.Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,10.
43.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,10.
44.Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,11.
45.Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους 18, στο Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, ΕΠΕ, τομ. 8, Θες/νίκη 1994, σ. 452.
46,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,2,14.
47,Βλ. Λόγος 1,3,16, με αναφορά στο Α' Κορ. 2,16.
48,Βλ. Λόγος 1,3,17, με αναφορά στο Α' Κορ. 2,17.
49,Βλ. Λόγος 1,3,16, με αναφορά στο Α' Κορ. 2,11.
50,Βλ. ό. π. Λόγος 2,3,22.
51,Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 15, με αναφορά στο Μ. Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος 26 PG 32,180C.
52,Βλ. ό. π. 181Α.
53,Βλ. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Περί αποριών, PG 91, 1088 BC.
54,Βλ. Ψαλμ. 35,10: «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως».
55,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,3,5.
56,Α' Κορ.2,13, στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,24.
57,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,39.
58,Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,24.
59,Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,5, με αναφορά στο Ιω. 17,24.
60,Βλ. ό. π. Λόγος 3,1,32.
61,Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,43 και 2,3,66.
62,Βλ. Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 1,4, PG 3,592 C. Και Μ. Βασιλείου, Ερμηνεία εις Ψαλμούς 44, PG 29,400D, στο Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,26 - 27.
63,Βλ. Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 1,4, PG 3,592 C, στο Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,22.
64,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,23.
65,Βλ. Κανόνας Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού στην 6η Αυγούστου, τροπάριο της θ' ωδής στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,16.
66,Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,5.
67,Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,23.
68,Βλ. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Περί αποριών, PF 91,1088C, στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,3,13.
69,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,31.
70,Βλ. Ιω. 1,13 στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,30.
71,Βλ. Ιω. 3,6, στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,30
72,Βλ. Α' Κορ. 6,17.
73,Ιω. 17,21.
74,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,3,66.
75,Βλ. ό. π. Λόγος 3,3,14.
76,Βλ. ό. π. Λόγος 2,2,14.
77,Βλ. Περί θείων ενεργειών 30.
78,Βλ. ό. π 18.
79,Βλ. Μ. Βασιλείου, Κατά Ευνομίου 5, PG 29, 772B, στο Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 8.
80,Βλ. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, PG 91, 1144C.
81,Γαλ. 2,20
82,Βλ. Εφ. 3,16 - 17.
83,Βλ. Α' Ιω. 4,13, στο Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 3.
84,Βλ. Αγίου Μαξίμου, Περί αποριών, PG 91, 1076C.
85,Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,23.
86,Βλ. του ιδίου, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 7.
87,Βλ. του ιδίου, Αγιορείτικος Τόμος 2.
88,Βλ. του ιδίου, Περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας, Κεφάλαια τρία, α', 1.
89,Βλ. Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγείτου, Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας 2, PG 3,392A.
90,Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 3.
91,Βλ. Εφ. 1,13 - 14, στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,14.
92,Βλ. Μθ.5,13.
93,Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους 22, στο ΕΠΕ 8, σ. 456.
94,Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,36.
95,Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους 22, στο ΕΠΕ 8, σ. 454.
96,Μθ. 10,20, στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,36.
97,Βλ Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,31.
98,Βλ. Αγιορειτικός Τόμος 6.
99,Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,3,15.
100. Βλ. Προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους 19, στο ΕΠΕ 8, σ. 454.
101. Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3,32.
102. Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,32.
103. Βλ. Προς μοναχήν Ξένην, Περί παθών και αρετής 68.
104. Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 3,1,32.
105. Βλ. ό. π. Λόγος 1,3,31.
106. Βλ. Προς μοναχήν Ξένην, Περί παθών και αρετής 16.
107. Αγίου Μαξίμου, Κεφάλαια περί αγάπης, 1,75, PG 90, 1206C. Πρβλ. και Προς Θαλάσσιον 22, PG 90, 324A.
108. Βλ. Ιω. 17,22 - 24: «Καγώ την δόξαν ην δέδοκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν...Πάτερ, ό δέδοκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσιν μετ' εμού, ίνα θεωρώσιν την δόξαν την εμήν».
109. Βλ. Ιω. 14,21 - 23: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν...εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου
τηρήσει και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιησόμεθα».
110. Ιω. 15,5.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

H πρόκληση του διαφωτισμου και οι Κολυβαδες - π. Γ. Μεταλληνός

 






Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.

Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ' όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.

Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία - άγνωστη στην καθ' ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.
Παραδοσιακοί κατ' εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι' αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ' όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ' όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα - μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.
Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».
Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.

Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.
Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:

α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ' αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος - προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.

β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ' εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ' αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι' αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ' οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ' αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.

γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι' αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».

δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει...». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.
Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ' όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.
Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ' ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.

Συμπερασματικά:

1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ' αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.

2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι' αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ' ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ' εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.

3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).

4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.


(Πηγή: «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009)

ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Γρηγορίου Νύσσης, Λόγοι εἰς τούς μακαρισμούς

Γρηγορίου Νύσσης, Λόγοι εἰς τούς μακαρισμούς, Μτφρ. Αρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1985, σελ. 50-73.
ΛΟΓΟΣ Α΄
«Όταν ο Ιησούς είδε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος, κι όταν κάθισε, πλησίασαν οι μαθητές Του, κι άρχισε να τους διδάσκει, λέγοντας: Μακάριοι είναι οι ταπεινοί, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών».
Ελάτε να ανεβούμε στο όρος του Κυρίου
1. Ποιος άραγε είναι άξιος από τους εδώ συναγμένους ώστε και μαθητής του Κυρίου να γίνει και ν' ανεβεί μαζί Του από τις ταπεινές και χαμηλές σκέψεις στο πνευματικό όρος της υψηλής θεωρίας; Το όρος αυτό είναι απαλλαγμένο από κάθε σκιά, που ρίχνουν οι υπερυψωμένοι λόφοι της κακίας, και συγχρόνως καταυγάζεται από τη λάμψη του αληθινού φωτός. Και μέσα στη διαύγεια της καθαρής αλήθειας κάνει θεατά αφ' υψηλού όλα εκείνα, που είναι αθέατα για όσους βρίσκονται δεμένοι στα χαμηλά. Ποια και πόσα είναι αυτά, που από το ύψος φαίνονται κάτω, εξηγεί ο ίδιος ο Κύριος. Όταν, μακαρίζοντας αυτούς που ανέβαιναν μαζί Του στο όρος, τους αναπτύσσει, σαν να τους δείχνει με κάποιο δάκτυλο, από τη μια μεριά για τη βασιλεία των ουρανών κι από την άλλη για την κληρονομιά της άνω πατρίδας. Έπειτα τους αναπτύσσει για την ευσπλαγχνία, τη δικαιοσύνη, την παρηγοριά και για τη συγγένεια που αναπτύσσεται με τον Θεό των όλων. Ακόμη τους μιλάει για την ωφέλεια των διωγμών, που είναι το να γίνει σύνοικος του Θεού. Δείχνει ακόμη ο Κύριος κι όσα άλλα κοντά σ' αυτά μπορείς να βλέπεις ψηλά από το όρος, αντικρίζοντας τα από την υψηλή σκοπιά με τις ελπίδες.
Επειδή, λοιπόν, ο Κύριος ανεβαίνει στο όρος, ας ακούσουμε την πρόσκληση του Ησαΐα που φωνάζει «Ελάτε να ανεβούμε στο όρος του Κυρίου» ( Ησ. 2,3). Κι αν είμαστε αδύνατοι εξαιτίας της αμαρτίας, ας τονώσουμε τα κουρασμένα χέρια και τα παραλυμένα γόνατα, καθώς υποδεικνύει ο προφήτης ( Ησ. 35, 3). Γιατί αν φτάσουμε στην κορυφή, θα συναντήσουμε Εκείνον που γιατρεύει κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία. Θα βρούμε Εκείνον που σηκώνει επάνω Του τις ασθένειες και φορτώνεται τις αρρώστιες μας. Λοιπόν, ας τρέξουμε κι εμείς προς την άνοδο, για να φτάσουμε μαζί με τον Ησαΐα στην κορυφή της ελπίδας και να δούμε από ψηλά τα αγαθά εκείνα που δείχνει ο Κύριος σ' αυτούς οι οποίοι Τον ακολούθησαν στην ανάβαση. Αλλά ας ανοίξει και σε μας το στόμα Του, ο Λόγος του Θεού και ας μας διδάξει εκείνα, που το άκουσμά τους είναι η μακαριότητα. Ας αρχίσουμε δε την μελέτη μας από εκεί που αρχίζει η διδασκαλία του Κυρίου.
Η μακαριότητα
2. Μακάριοι, λέγει, είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος που αγαπάει τον χρυσό, τυχαίνει να βρει μέσα στα βιβλία πληροφορίες για την ύπαρξη θησαυρού σε κάποιο μέρος. Το μέρος όμως εκείνο, που κρύβει το θησαυρό, απαιτεί πολύ κόπο και ιδρώτα, από εκείνους που θα θελήσουν να αποκτήσουν το χωράφι. ʼραγε θα δειλιάσει μπροστά στους κόπους και θα αδιαφορήσει για το κέρδος και θα θεωρήσει πιο γλυκό από τον πλούτο το να μην κουραστεί καθόλου, προσπαθώντας να τον αποκτήσει; Δεν γίνονται όμως αυτά, δεν γίνονται. Αντίθετα μάλιστα, θα παρακαλέσει γι αυτό όλους τους φίλους. Κι απ' όπου μπορεί, θα ζητήσει βοήθεια γι αυτό, συγκεντρώνοντας πολλά χέρια και θα ιδιοποιηθεί τον κρυμμένο θησαυρό.
Αυτός είναι αδελφοί, εκείνος ο θησαυρός για τον οποίο μιλάει το γράμμα, αλλά είναι κρυμμένος ο πλούτος κάτω από την ασάφεια. Κι εμείς που επιθυμούμε (ν' αποκτήσουμε) το καθαρό χρυσάφι, ας χρησιμοποιήσουμε τη δύναμη των προσευχών, ώστε να έλθει ο θησαυρός για χάρη μας στην επιφάνεια κι ας τον μοιραστούμε όλοι εξίσου κι ο καθένας μας θα τον κατέχει ολόκληρο. Γιατί η μοιρασιά της αρετής είναι τέτοια, ώστε και να μοιράζεται σε όλους εκείνους που τη διεκδικούν, κι όλη να ανήκει στον καθένα, χωρίς να μειώνεται ανάμεσα σε εκείνους που παίρνουν μέρος σ' αυτήν. Ενώ στην μοιρασιά του υλικού πλούτου όποιος αποσπάσει το περισσότερο, αδικεί εκείνους που παίρνουν ίσο μερίδιο. Γιατί, όποιος αυξήσει το δικό του μερίδιο, μειώνει οπωσδήποτε το του άλλου που μετέχει στη μοιρασιά. Αλλά με το πνευματικό πλούτο συμβαίνει ό,τι και με τον ήλιο, που και μοιράζεται σ' όλους εκείνους που τον βλέπουν, κι όλος ανήκει στον καθένα. Επειδή, λοιπόν, καθώς ελπίζουμε, το κέρδος για τον καθένα θα είναι ανάλογο του κόπου, ας βοηθήσουμε εξίσου όλοι με τις προσευχές, για να πετύχουμε αυτό που ζητάμε.
Και πρώτα, λοιπόν, νομίζω ότι πρέπει να κατανοήσουμε τι ακριβώς σημαίνει η λέξη μακαρισμός. Μακαριότητα, κατά την γνώμη μου βέβαια, είναι μία περίληψη όλων εκείνων που εννοούμε σχετικά με το αγαθό. Απ' αυτή δεν λείπει τίποτε απ' όσα έχουν σχέση με την αγαθή επιθυμία. Μπορούμε όμως να κάνουμε ακόμη σαφέστερη την έννοια του μακαρισμού, συγκρίνοντάς την με το αντίθετο. Και αντίθετο προς το μακάριο είναι το άθλιο. Αθλιότητα, λοιπόν, είναι η ταλαιπωρία μέσα στα αξιοθρήνητα και αθέλητα πάθη. Διακρίνονται δε μεταξύ τους, η μακαριότητα κι η αθλιότητα, από την αντίθετη διάθεση εκείνων που θα βρεθούν σ' αυτές. Δηλ. ο μεν μακάριος ευφραίνεται κι αγάλλεται, με όσα έχει μπροστά του κι απολαμβάνει, ενώ ο άθλιος πονεί κι υποφέρει, με όσα τον έχουν βρει. Αληθινά δε μακαριστή ύπαρξη είναι το Θείο. Γιατί ό,τι και να υποθέσουμε πως είναι το Θείο, μακαριότητα είναι εκείνη η καθαρή ζωή, το ανεκδιήγητο και ακατάληπτο αγαθό, το ανέκφραστο κάλλος, αυτό που είναι όλο χάρη και σοφία και δύναμη, το αληθινό φως, η πηγή κάθε αγαθότητας, η ανώτερη εξουσία όλων, το μόνο ποθητό, αυτό που πάντα είναι το ίδιο, η παντοτινή αγαλλίαση, η αιώνια ευφροσύνη, για την οποία θα μπορούσε κανείς να πει πολλά, κι όμως να μην έχει πει τίποτε το ισάξιο. Γιατί ούτε ο νους πλησιάζει τον Θεό, μα, κι αν ακόμη μπορέσουμε να κατανοήσουμε κάτι από τα υψηλότερα γι' Αυτόν, με κανέναν λόγο δεν εκφράζεται αυτό που θα γίνει κατανοητό.
Αφού όμως ο δημιουργός του ανθρώπου τον έπλασε κατ' εικόνα του Θεού, μπορεί κατά δεύτερο λόγο να είναι μακάριο αυτό, που έχει δημιουργηθεί εν ονόματι του Θεού και μετέχει στην πραγματική μακαριότητα. Γιατί με την σωματική ομορφιά π.χ. το πρωτότυπο κάλλος υπάρχει στο ζωντανό και υπαρκτό πρόσωπο, ενώ εκείνο, που αποτυπώνεται στον πίνακα με την απομίμηση, έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Το ίδιο ισχύει και με την εικόνα της υπερέχουσας μακαριότητας, που είναι η ανθρώπινη φύση. Κι αυτή στολίζεται με το αγαθό κάλλος, όταν φέρει πάνω της τα σημάδια των χαρακτηριστικών του μακαρίου. Επειδή όμως η βρωμιά της αμαρτίας μουτζούρωσε το κάλλος της εικόνας, ήλθε ο Χριστός, που μας καθαρίζει με το δικό Του νερό, το οποίο είναι ζωογόνο και αναβλύζει την αιώνια ζωή. Κι έτσι μπορούμε εμείς ν' αποβάλουμε την ασχημοσύνη της αμαρτίας και να ανακαινισθούμε και πάλι σύμφωνα με τη μακάρια θεϊκή μορφή. Κι όπως στη ζωγραφική τέχνη θα μπορούσε να πει ο ειδικός στους αρχάριους, πως καλή είναι εκείνη η προσωπογραφία που έχει τα επί μέρους συστατικά του σώματος τέτοια: έτσι να είναι η κόμη, οι κύκλοι των ματιών, οι γραμμές των φρυδιών, η θέση των παρειών και ξεχωριστά όλα τα άλλα, με τα οποία ολοκληρώνεται η ομορφιά, έτσι και ο Κύριος που ξαναζωγραφίζει την ψυχή μας κατά την απομίμηση του μόνου μακαρίου, του Θεού, περιγράφει με το λόγο τα ιδιαίτερα στοιχεία που συμβάλλουν στην μακαριότητα. Και πρώτα λέγει: «Μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών».
Η μακαριζόμενη πτωχεία
3. Αλλά ποιο κέρδος θα προκύψει από την μεγάλη αυτή δωρεά του Κυρίου, αν δεν ανακαλύψουμε το βαθύτερο νόημα που κρύβεται στο βάθος του λόγου; Γιατί και στην ιατρική πολλά φάρμακα από τα ακριβά και δυσεύρετα παραμένουν αχρησιμοποίητα και ανώφελα για όσους αγνοούν την αξία τους, μέχρι που να μάθουμε από τους ειδικούς σε τι είναι χρήσιμο το καθένα από αυτά. Τι σημαίνει, λοιπόν, η πτωχεία του πνεύματος, με την οποία εξασφαλίζεται η κατάκτηση της βασιλείας των ουρανών; Από την αγία Γραφή έχουμε μάθει δύο είδη πλούτου. Ο ένας είναι αξιοθαύμαστος και ο άλλος αξιοκατάκριτος. Και ο πλούτος των αρετών είναι θαυμαστός, ενώ ο υλικός και γήινος κατακρίνεται. Γιατί ο μεν ένας γίνεται κτήμα της ψυχής, ο δε άλλος είναι επιτήδειος για να εξαπατά τις αισθήσεις. Γι αυτό ο Κύριος απαγορεύει να θησαυρίζουμε αυτόν, επειδή βρίσκεται εκτεθειμένος στα σκουλήκια για τροφή και τον επιβουλεύονται οι κλέφτες ( Ματθ. 6,19). Επιβάλλει δε να δείχνουμε προθυμία για τον πλούτο των ανωτέρων αγαθών, που η δύναμη της φθοράς δεν τον αγγίζει. Κι όταν λέγει σκουλήκια και κλέφτες, υπονοεί εκείνον που καταστρέφει τους θησαυρούς της ψυχής. Συνεπώς αν η φτώχεια ξεχωρίζεται από τον πλούτο, ασφαλώς μπορούμε κατ' αναλογία να μάθουμε πως υπάρχει και δύο ειδών φτώχεια. Η μία απορρίπτεται, η άλλη μακαρίζεται. Εκείνος π.χ. που είναι φτωχός ως προς την σωφροσύνη, ή στερείται το πολύτιμο απόκτημα της δικαιοσύνης, ή της σοφίας, ή της σύνεσης, ή κάποιον άλλον από τους πολύτιμους θησαυρούς, αυτός αποδεικνύεται πεινασμένος, χωρίς κτήματα και φτωχός, άθλιος για τη φτώχεια και αξιολύπητος για την έλλειψη πολύτιμων κτημάτων. Ενώ ο άλλος που θεληματικά στερείται όλα, όσα υπονοούνται γύρω από την κακία, και δεν έχει αποθηκεύσει στις αποθήκες του κανέναν από τους θησαυρούς του διαβόλου, αλλά έχει ζήλο πνευματικό και μ' αυτόν θησαυρίζει για τον εαυτό του την φτώχεια από τα κακά, αυτός μπορεί να παρουσιασθεί από τον Κύριο ότι βρίσκεται μέσα στη μακάρια φτώχεια, της οποίας καρπός είναι η βασιλεία των ουρανών.
Οράτε το μέτρον της εκουσίας πτωχείας
4. Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην επεξεργασία του θησαυρού κι ας μην απομακρυνθούμε από την ανακάλυψη του κρυμμένου με το παράδειγμα του μεταλλείου. Μακάριοι είναι, λέγει, οι πτωχοί κατά το πνεύμα. Το έχουμε πει αυτό κατά κάποιο τρόπο και πιο μπροστά, θα το πούμε όμως και τώρα, ότι σκοπός του ενάρετου βίου είναι η εξομοίωση προς το Θεό. Όμως αυτό που είναι χωρίς πάθη και καθαρό, ξεφεύγει εξολοκλήρου την απομίμηση από τους ανθρώπους. Γιατί είναι εντελώς αδύνατο να εξομοιωθεί η εμπαθής ζωή προς τη φύση που δεν επιδέχεται πάθη. Αν όμως μόνο ο Θεός είναι μακάριος, όπως λέγει ο Απόστολος (Α΄ Τιμ. 6,15), κι η συμμετοχή του ανθρώπου στη μακαριότητα γίνεται με την εξομοίωση προς τον Θεό, τότε η μίμηση είναι αδύνατη. Συνεπώς η μακαριότητα είναι κάτι το άφθαστο για τον άνθρωπο. Κι όμως, υπάρχουν ορισμένες ιδιότητες του Θεού που μπορούν, όσοι θέλουν, να τις μιμηθούν. Ποιες είναι αυτές; Νομίζω ότι ο Κύριος ονομάζει πτωχεία του πνεύματος τη θεληματική ταπεινοφροσύνη. Πρότυπο αυτής μας προβάλλει ο Απόστολος την πτωχεία του Κυρίου, «ο Οποίος για μας επτώχευσε, μολονότι είναι πλούσιος, προκειμένου να γίνουμε εμείς πλούσιοι χάρη στη δική του πτωχεία » (Β΄ Κορ. 8, 9). Όλες οι άλλες ιδιότητες, όσες αναφαίνονται γύρω από τη θεία φύση, ξεπερνούν τα μέτρα της ανθρώπινης φύσης, ενώ η ταπεινότητα είναι για μας έμφυτη και συνυπάρχει με όσους προέρχονται εκ των κάτω κι έχουν τα συστατικά τους γήινα και στη γη ξαναπέφτουν. Συ ο ίδιος αποκτάς τα χαρακτηριστικά της μακαριότητας όταν μιμείσαι τον Θεό στο μέτρο του φυσικά δυνατού. Κι ας μη νομίσει κανείς πως η ταπεινοφροσύνη πετυχαίνεται με ευκολία και χωρίς κόπο. Το αντίθετο συμβαίνει. Είναι η πιο κουραστική αρετή από οποιαδήποτε άλλη που επιδιώκουμε. Κι αυτό γιατί; Διότι ενώ κοιμάται ο άνθρωπος, που έχει δεχθεί τα σπέρματα του καλού, δέχεται το σπόρο της αντίθετης σποράς από τον εχθρό της ζωής μας και ριζώνει το ζιζάνιο της υπερηφάνειας. Γιατί μ' όποιο τρόπο έριξε τον εαυτό του στη γη, εκείνος, δηλ. ο διάβολος, με τον ίδιο τρόπο συμπαρέσυρε μαζί του στην κοινή πτώση και το ταλαίπωρο γένος των ανθρώπων. Και δεν υπάρχει κανένα άλλο παρόμοιο κακό για τη φύση μας, όπως το κακό που προέρχεται από την υπερηφάνεια. Το πάθος, λοιπόν, της έπαρσης φυτρώνει κατά κάποιο τρόπο μέσα σχεδόν σε κάθε άνθρωπο. Γι αυτό ο Κύριος από το σημείο αυτό αρχίζει τους μακαρισμούς ξεριζώνει από το χαρακτήρα μας την υπερηφάνεια ως άλλο πρωταρχικό κακό, με το να μας συμβουλεύει να μιμούμαστε Εκείνον, που θεληματικά επτώχευσε και ο Οποίος είναι ο αληθινά μακάριος. Έτσι θα τραβήξουμε πάνω μας την κοινωνία της μακαριότητας, αφού θα έχουμε εξομοιωθεί με το να πτωχεύσουμε θεληματικά, όσο μπορούμε κι όποιοι κι αν είμαστε. Να έχετε μέσα σας το φρόνημα εκείνο, γράφει ο Απόστολος ( Φιλιπ. 2, 5 κ.ε. ) που είχε κι ο Χριστός, ο Οποίος μολονότι ήταν Θεός, δεν θεώρησε κλεμμένο αγαθό το να είναι ίσος με το Θεό, αλλά άδειασε τον εαυτό του από τη θεότητα και πήρε τη μορφή του δούλου. Τι άλλο πτωχότερο υπάρχει από το να έλθει σε επικοινωνία με τη φτωχή μας φύση; Ο Βασιλιάς εκείνων που βασιλεύουν κι ο Κύριος εκείνων που εξουσιάζουν, θεληματικά φοράει το δουλικό σχήμα. Ο Κριτής των πάντων γίνεται υποτελής και πληρώνει φόρο στους δυνάστες. Ο Κύριος της δημιουργίας κατεβαίνει στο σπήλαιο. Δε βρίσκει θέση στο χάνι Εκείνος που περικρατεί τα πάντα, αλλά πετιέται σε μια άκρη μέσα στη φάτνη των αλόγων ζώων. Ο καθαρός και ακηλίδωτος παίρνει πάνω του το μολυσμό του ανθρωπίνου γένους. Και αφού περάσει από όλες τις φάσεις της πτωχείας μας, φθάνει και σ' αυτή τη δοκιμή του θανάτου. Βλέπετε το μέγεθος της θεληματικής συγκατάβασης; Και γεύεται η ζωή το θάνατο. Ο Κριτής οδηγείται στο δικαστήριο. Ο Κύριος της ζωής των όντων φθάνει, για να ακούσει την απόφαση του δικαστή. Ο Βασιλιάς κάθε υπερκόσμιας δύναμης δεν αποφεύγει τα χέρια των δημίων. Προς αυτό το πρότυπό σου, λέγει ο Απόστολος, να αποβλέπει το μέτρο τςη ταπεινοφροσύνης σου.
Η ματαιότητα της αλαζονείας
5. Μου φαίνεται όμως πως ίσως είναι καλό να εξετάσουμε και τον παραλογισμό του πάθους αυτού, ώστε να γίνει εύκολα κατορθωτή για μας η μακαριότητα, αφού με μεγάλη επιδεξιότητα κι ευκολία θα πετυχαίνουμε την ταπεινοφροσύνη. Γιατί όπως οι καλοί γιατροί, εξουδετερώνοντας το αίτιο που γεννάει τη νόσο, ελέγχουν εύκολα την αρρώστια, έτσι κι εμείς θα κάνουμε ευκολοπερπάτητο για τους εαυτούς μας το δρόμο της ταπεινοφροσύνης, όταν υποτάξουμε με τη σκέψη την αλαζονεία των υπερηφάνων.
Από ποιο σημείο θα αποδείκνυε κανείς καλύτερα τη ματαιότητα της περηφάνιας; Από ποιο άλλο παρά από το να αποδείξει ποια ακριβώς είναι η φύση του ανθρώπου; Γιατί όποιος εξετάζει τον εαυτό του και όχι τα γύρω από τον εαυτό του, δικαιολογημένα δεν θα καταντήσει σε αυτό το πάθος. Τι είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος; Θέλεις να σου πω τον πιο σεβαστό και τον πιο υπολογίσιμο από όλους τους λόγους; ʼκουσε λοιπόν. Εκείνος που στολίζει τα ανθρώπινα και διαμορφώνει την ανθρώπινη ευγένεια κατά τρόπο υπερβολικά εντυπωσιακό, καταρτίζει την γενεαλογία του ανθρωπίνου γένους από την λάσπη. Κι αν θελήσεις να μάθεις τον συνηθισμένο κι ακριβή τρόπο της δημιουργίας του ανθρώπου, άφησε, καλύτερα να μην πεις τίποτε γι αυτόν. Να μην πεις λέξη. Να μην ξεσκεπάσεις, όπως ορίζει ο Νόμος ( Λευτ. 18,6 κ.ε ) την ασχημοσύνη του πατέρα σου και της μητέρας σου. Να μην κοινολογήσεις, όσα αξίζουν να ξεχαστούν και να αποσιωπηθούν εντελώς. Και έπειτα δεν ντρέπεσαι, εσύ που είσαι χωματένιο ομοίωμα και μετά από λίγο γίνεσαι σκόνη, συ, που σαν την φούσκα έχεις μέσα σου το φούσκωμα, το οποίο γρήγορα χάνεται, όταν γεμίζεις από την υπερηφάνεια και καίγεσαι από παντού εξαιτίας της αλαζονείας και με τις ανόητες ιδέες παίρνουν τα μυαλά σου αέρα; Δεν προσέχεις και στα δύο άκρα της ανθρώπινης ζωής, δηλαδή και πώς αρχίζει και σε τι καταλήγει;
Αλλά περηφανεύεσαι για τη νεότητά σου και κοιτάζεις την ηλικία στο άνθος της και καυχιέσαι για λίγο, γιατί τα χέρια σου είναι ακμαιότατα για να κινούνται και τα πόδια ελαφρά για το πήδημα κι ανεμίζουν στο ελαφρό αεράκι τα μαλλιά και στα μάγουλα ξεφυτρώνει το πρώτο ανδρικό τρίχωμα και γιατί το φόρεμά σου καταστολίζεται με το πορφυρό βάψιμο και τα μεταξωτά φορέματά σου τα έχεις κεντήσει με παραστάσεις πολεμικές ή κυνηγετικές ή με άλλες ιστορίες; Ή μήπως (περηφανεύεσαι) να προσέχεις με σχολαστικότητα τα πέδιλα που γυαλίζουν στο μαύρο χρώμα και σ' ευχαριστούν ιδιαίτερα κατά τρόπο περίεργο με τις γραμμές της ραφής τους; Σ' αυτά προσέχεις και δεν βλέπεις τον εαυτό σου; Να σου δείξω, σαν σε καθρέφτη, ποιος είσαι και τι ακριβώς είσαι.
Όνειρο που φαίνεται και χάνεται κάθε στιγμή
6. Δεν είδες σε νεκροταφεία τα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης μας; Δεν είδες τον στοιβαγμένο σωρό των οστών; Κρανία απογυμνωμένα από σάρκες, θέαμα φοβερό κι απαίσιο, να φαίνονται με αδειανές τις κόγχες των ματιών. Είδες στόματα ανοικτά ( χάσκοντα ) και τα υπόλοιπα μέλη του σώματος να έχουν διασκορπιστεί από το συναρμολογημένο σώμα; Αν είδες εκείνα, μέσα σ' εκείνα έχεις δει τον εαυτό σου. Που είναι τα σημάδια του σημερινού άνθους; Που είναι το ωραίο χρώμα του μάγουλου; Που είναι το χαμόγελο που άνθιζε στα χείλη; Που είναι μέσα στα μάτια η αυστηρή ομορφιά, η οποία φωτιζόταν ελαφρά κάτω από το περίβλημα των φρυδιών; Που είναι η ίσια μύτη στη μέση της ομορφιάς των παρειών. Που είναι τα ριγμένα πάνω στον αυχένα μαλλιά; Που είναι οι γύρω από τους κροτάφους πλεξίδες; Που είναι τα χέρια που εξαπολύουν βέλη; Που είναι τα πόδια που καβαλλικεύουν άλογα; Η πορφύρα, η βύσσος, ο ελαφρός επενδύτης, η ζώνη, τα πέδιλα, το άλογο, το τρέξιμο, η αυθάδης έπαρση, όλα εκείνα με τα οποία αυξάνει τώρα η αλαζονεία σου; Πες μου πού διακρίνεις σ' εκείνους αυτά, για τα οποία τώρα περηφανεύεσαι και υψηλοφρονείς; Ποιο όνειρο είναι τόσο ανύπαρκτο; Ποια φαντασιοκοπήματα που γεννιώνται στον ύπνο είναι τέτοια; Ποια σκιά είναι τόσο αδύνατη και άπιαστη, όπως είναι το νεανικό σου όνειρο, που άμα φανεί, αμέσως χάνεται; Κι αυτά μεν είχα να υπενθυμίσω στους νέους, που ανοηταίνουν εξαιτίας της ασυμπλήρωτης ηλικίας τους.
Τι να πει κανείς όμως για τους ήδη ώριμους; Γι αυτούς η μεν ηλικία πέρασε, ο χαρακτήρας είναι όμως ασταθής κι η ασθένεια της περηφάνειας επιδεινώνεται. Υψηλοφροσύνη ονομάζουν αυτή την αρρώστια του χαρακτήρα. Αιτία δε της περηφάνειας, ως επί το πλείστον, είναι η αρχομανία και η σχετική μ' αυτήν εξουσία. Και το παθαίνουν αυτό είτε όταν πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, είτε όταν προετοιμάζονται γι αυτήν, ή ακόμη από σχετικές με αυτές διηγήσεις, που ανανεώνουν πολλές φορές την ασθένεια. Και ποιος είναι ο λόγος που θα μπορέσουν να τον ακούσουν, αφού τα αυτιά τους έχουν βουλώσει από τις φωνές των κηρύκων; Ποιος μπορεί να τους πείσει, ότι δεν διαφέρουν καθόλου από εκείνους, που κινούνται επιδεικτικά πάνω στην θεατρική σκηνή; Αλλά εκείνοι τουλάχιστον φορούν κι ένα προσωπείο από τα λεπτοκαμωμένα, και πορφύρα χρυσοκέντητη, κι η πομπή της γίνεται πάνω σε άρμα και παρόλα αυτά σ' αυτούς δεν εισχωρεί το μικρόβιο της περηφάνιας εξαιτίας όλων αυτών. Αλλά όποια ιδέα έχουν για τον εαυτό τους πριν ανεβούν στη σκηνή, την ίδια διατηρούν μέσα τους και όταν βρίσκονται πάνω στη σκηνή. Και μετά από αυτό δεν στεναχωρούνται όταν κατέβουν από το άρμα και όταν αφαιρέσουν το προσωπείο. Όσοι όμως κινούνται επιδεικτικά πάνω στη σκηνή της ζωής, κατέχοντας κάποιο αξίωμα, δεν σκέπτονται ούτε το πριν από λίγο, δηλ. το αύριο, και φουσκώνουν όπως οι φούσκες με το φούσκωμα. Έτσι κι αυτοί φουσκώνουν από τη μεγάλη φωνή του κήρυκα και φορούν πάνω στον εαυτό τους τα χαρακτηριστικά κάποιου ξένου προσωπείου και μεταβάλλουν τη φυσική διάθεση του προσώπου τους και δεν γελούν ή παριστάνουν τον φοβισμένο. Εφευρίσκουν κι ένα τρόπο ομιλίας πιο σκληρό, κάνοντάς την να μοιάζει με φωνή θηρίου, για να προκαλέσει κατάπληξη σε όσους την ακούουν. Δεν παραμένουν μέσα στα ανθρώπινα όρια, αλλά διαφημίζουν τους εαυτούς τους ως απιδιά της θεϊκής δύναμης και εξουσίας. Πιστεύουν πως είναι κύριοι της ζωής και του θανάτου, ότι στον ένα απ' αυτούς που δικάζουν δίνουν αθωωτική ψήφο, ενώ τον άλλο τον καταδικάζουν με θάνατο. Και δεν προσέχουν ούτε και τούτο, ποιος δηλ. είναι ο αληθινά κύριος της ανθρώπινης ζωής, ο οποίος καθορίζει και την αρχή και το τέλος της. Και όμως αυτό και μόνο είναι αρκετό για το χτύπημα της αλαζονείας, το ότι δηλ. βλέπουμε πολλούς από τους άρχοντες να αρπάζονται από τους θρόνους τους και από το προσκήνιο της εξουσίας και να μεταφέρονται έξω στους τάφους κι ο θρήνος για το θάνατό τους να διαδέχεται τις φωνές των κηρύκων.
«... τῶν καθελκόντων πτωχεύσωμεν »
7. Πως είναι λοιπόν, κανείς κύριος της ξένης ζωής, όταν είναι ξένος της δικής του; Κι αυτός αν μεν είναι πτωχός στο πνεύμα, δηλ. ταπεινός, και προσβλέπει στο Χριστό, που για μας θεληματικά πτώχευσε, κι ακόμη προσέχει στην ομοτιμία της φύσης, δε θα βρίσκει καθόλου την τιμή του ομοίου, εξαιτίας της ψεύτικης εκείνης επίδειξης γύρω από την εξουσία. Αυτός είναι αληθινά μακάριος, επειδή με την εφήμερη ταπεινοφροσύνη πήρε ως αντάλλαγμα τη βασιλεία των ουρανών. Μην απορρίψεις, αδελφέ, και τον άλλο λόγο της πτωχείας που αποφέρει ως κέρδος τον ουράνιο πλούτο, και λέγει «Πώλησε όλα τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και έλα να με ακολουθήσεις και θα αποκτήσεις θησαυρό στους ουρανούς» ( Ματθ. 19, 21). Γιατί νομίζω πως κι αυτή η πτωχεία δεν είναι ασυμβίβαστη μ' εκείνη που μακαρίζει ο Κύριος. Γιατί λέγει προς το διδάσκαλο ο μαθητής: «Μακάριοι όσοι είναι πτωχοί στο πνεύμα, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών». Θέλεις να κατανοήσεις ποιος είναι ο πτωχός στο πνεύμα; Εκείνος που ανταλάσσει το πλούτο της ψυχής με την υλική ευμάρεια. Πτωχεύει στο πνεύμα όποιος πετάει από πάνω του, σαν άλλο βάρος, τον υλικό πλούτο για να ανέβει προς τα άνω μετέωρος και μέσα από τον αέρα, καθώς λέγει ο Απόστολος (Α΄ Θεσ. 4,16) «πορεύεται μαζί με το Θεό πάνω στις νεφέλες».
Το χρυσάφι είναι πράγμα βαρύ. Βαριά είναι κι όλα τα επιδιωκόμενα υλικά πλούτη. Ανάλαφρο και προς τα άνω φερόμενο πράγμα είναι η αρετή. Μεταξύ τους, όμως, αυτά, το βαρύ και το ελαφρό, είναι αντίθετα. Συνεπώς είναι αδύνατο να γίνει κανείς ανάλαφρος, όταν έχει καρφώσει τον εαυτό του πάνω στο βάρος της ύλης. Εάν πρέπει, λοιπόν, να ανεβούμε στα ψηλά, θα πτωχεύσουμε ως προς εκείνα που μας τραβούν προς τα κάτω, για να φθάσουμε στα ψηλά. Ποιος είναι ο τρόπος, μας το λέγει ο ψαλμωδός: «Σκορπίζει, δίνει στους πεινασμένους, η αρετή του μένει αιώνια» ( Ψαλμ. 101, 9). Όποιος κοινωνεί στην πτωχεία του πτωχού, κατατάσσει τον εαυτό του με τον Χριστό που επτώχευσε για μας. Αφού ο Κύριος επτώχευσε, ούτε κι εσύ να φοβηθείς στην πτωχεία. Εκείνος όμως που για μας επτώχευσε, βασιλεύει σ' όλη τη δημιουργία. Αν, λοιπόν, πτωχεύσεις μαζί με τον πτωχεύσαντα Κύριο και θα βασιλεύσεις μαζί με τον Βασιλεύοντα. Αλήθεια, είναι μακάριοι οι πτωχοί στο πνεύμα, επειδή σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. Είθε κι εμείς να βρεθούμε άξιοι αυτής της βασιλείας εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, στον Οποίο ανήκει η δόξα κι η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Η εικόνα των Αγίων Θεοφανείων

Η εικόνα των Αγίων Θεοφανείων

Τα Άγια Θεοφάνεια είναι μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Χριστιανοσύνης. Εορτάζεται το γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου στα Ιορδάνια νάματα και ταυτόχρονα φανερώνεται η Τριαδική Θεότητα στον κόσμο.
Η σπουδαιότητα της εορτής φαίνεται από τις ιστορικές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι μετά το Πάσχα, η εορτή των Θεοφανίων είναι η αρχαιότερη χριστιανική εορτή.
Το γεγονός της Βαπτίσεως έχει τεράστια θεολογική σημασία. Ο αγιογράφος κατάφερε να αποτυπώσει με τα χρώματα αυτό το πλούσιο σε νοήματα γεγονός.

Η μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού

Η μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού

metamorfosiΕισαγωγικά
Η σημερινή εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες του εορτολογικού κύκλου των Δεσποτικών εορτών, ιδιαίτερα στην Ορθόδοξη Παράδοση, γιατί έχει μιαν άμεση αναφορά στην τελείωση και θέωση του ανθρώπου, που είναι και η εσχατολογική προοπτική της θείας Οικονομίας. Όλα τα γεγονότα της ζωής και δράσης του Ι ησού Χριστού αναφέρονται στη λύτρωση και τη σωτηρία του κόσμου. Η μεταμόρφωση, όμως, πέρα από τη χριστολογική σημασία που φανέρωσε σε όλους την επί της γης δόξα του Κυρίου, έχει και μια βαθύτατη ανθρωπολογική σπουδαιότητα αφού δείχνει προς τον σκοπό της πνευματικής πορείας, που είναι η θέωση και η δοξοποίηση του καθενός ανθρώπου.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Τα ψέματα του Zeitgeist για τον Μωϋσή

Τα ψέματα του Zeitgeist για τον Μωϋσή
Ο Μωυσής και το νομοθετικό του έργο δεν ξέφυγε της προσοχής των Zeitgeist-ών. Μέσα από την ταινία διακρίνονται τρία θέματα σε σχέση με αυτόν.


Μωυσής και Σαργών.

Για τους οπαδούς του Zeitgeist η ιστορία του Μωυσή, κυρίως τα όσα αφορούν την γέννησή του, έχουν ως πηγή προέλευσής τους τον μύθο του Σαργών. Ο Peter Joseph αφηγείται στην ταινία:

«Έπειτα έχει γίνει λογοκλοπή στην ιστορία του Μωυσή. Όταν γεννήθηκε ο Μωυσής, λέγεται πως τον έβαλαν σε καλάθι από πάπυρο και τον άφησαν έρμαιο στο ποτάμι, για ν’ αποφύγει την παιδοκτονία. Ανακαλύφθηκε αργότερα από κόρη της βασιλικής οικογένειας, η οποία τον μεγάλωσε σαν πρίγκιπα. Η ιστορία με το μωρό στο καλάθι είναι αντιγραφή από τον μύθο του Σουμέριου Σαργών της Ακκάδ, γύρω στο 2250 π.Χ. Ο Σαργών τοποθετήθηκε σε καλάθι από πάπυρο, για ν’ αποφύγει την παιδοκτονία και αφέθηκε έρμαιο στο ποτάμι. Και αυτός σώθηκε και μεγάλωσε από την Άκκι, μια βασιλική μαία».

Η άποψη αυτή εντοπίζεται πολύ εύκολα στο έργο της θεοσοφίστριας H. P. Blavatsky. Στο βιβλίο της Isis Unveiled, επικαλείται την εργασία του ασσυριολόγου George Smith. Αυτός ήταν ο μεταφραστής του τελευταίου κεφαλαίου του Έπους του Gilgamesh, του τμήματος που αφορά τον κατακλυσμό. Το 1873 ανακάλυψε στην αρχαία Νινευή θραύσματα από πήλινες πινακίδες, μία εκ των οποίων αφορούσε τον μύθο του Σαργών. Η δική του μετάφραση δημοσιεύθηκε Transactions of the Society of Biblical Archaeology[i], ενώ πλήρη καταγραφή των πεπραγμένων της αποστολής έκανε στο Assyrian
Discoveries[ii]. Λέει η Blavatsky:

«Κάθε ίντσα (σ. σ. εννοεί κάθε εδάφιο της Αγίας Γραφής) έχει υποκύψει, και κάθε προσωπικότητα έχει αποδειχθεί μυθική και παγανιστική. Αλλά τώρα, ύστερα από την πρόσφατη ανακάλυψη του George Smith, του πολύ μετανοημένου Ασσυριολόγου, ένα από τα πιο ασφαλή υποστυλώματα της Βίβλου έχει κατατριφθεί. Ο Σαργών και οι πινακίδες του φαίνονται να είναι παλαιότερες της Βίβλου. Το εδάφιο της Εξόδου, η γέννηση και η ιστορία του νομοθέτη φαίνεται ότι είναι δάνεια από τους Ασσύριους, όπως τα «χρυσά και ασημένια νομίσματα» (σ. σ. εννοεί τους νόμους) έχει ειπωθεί ότι είναι από τους Αιγύπτιους[iii]».

Ο Σαργών ήταν βασιλιάς της Ακκάδ κατά την περίοδο μεταξύ 2270-2215, ιδρυτής δυναστείας. Το όνομά του μεταφράζεται ως «αληθινός» ή «νόμιμος βασιλιάς» (Sarru-kinu). Υπήρξε κατακτητής της Σουμέριας, δημιουργός μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Η πινακίδα με τον μύθο της γέννησής του (Κ.3401 στο Βρετανικό Μουσείο), γραμμένη σε νέο-ασσυριακή γλώσσα, μεταφράσθηκε επίσης και εκδόθηκε από τον L. W. King. Από την μετάφρασή του μεταφέρουμε το τμήμα που ενδιαφέρει:

   1. Σαργών, ο δυνατός βασιλιάς, ο βασιλιάς της Agade, είμαι εγώ
   2. Η μητέρα μου ήταν ταπεινής καταγωγής, τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα
   3. Και ο αδελφός του πατέρα μου κατοικούσε στο βουνό
   4. Η πόλη μου είναι η Azuripanu,  οποία βρίσκεται στην όχθη του Ευφράτη
   5. Η φτωχή μητέρα μου με συνέλαβε, με μυστικότητα με γέννησε
   6. Με τοποθέτησε σε καλάθι από βούρλα, με άσφαλτο έκλεισε την πόρτα μου
   7. Με έριξε στο ποτάμι, το οποίο δεν με κάλυψε
   8. Το ποτάμι με μετέφερε στον Ακκί, ο αρδευτής με βάσταξε
   9. Ακκί, ο αρδευτής, με … με ανέβασε
  10. Ακκί, ο αρδευτής, ως γιο του… με ανέθρεψε
  11. Ακκί, ο αρδευτής, ως κηπουρό του με ανέθεσε[iv]

Σχετικά με την μητέρα του Σαργών, η μετάφραση «lowly=ταπεινής καταγωγής» του L. W. King για την λέξη en-etu δεν γίνεται αποδεκτή. Αντίστοιχα o George Smith είχε μεταφράσει «enceinte=έγκυος». Η πιο πρόσφατη μετάφραση του Brian Lewis[v] γράφει «en-priestess=αρχι-ιέρεια», προκαλώντας τον σκεπτικισμό της J. G. Westenholz[vi]. Η συζήτηση για την απόδοση της λέξης είναι μακρά. Ο Brian Lewis θεωρεί την ιερατική ιδιότητα, ως τον παράγοντα μυστικότητας που εξανάγκασε την μητέρα του Σαργών να τον εγκαταλείψει στον Ευφράτη.

Ήδη από την παράθεση αυτού του αποσπάσματος γίνεται εμφανής η επέμβαση πλαστικής χειρουργικής που έγινε στο κείμενο από τους Zeitgeist-ές, για να ομοιάσει περισσότερο με το κείμενο της Εξόδου. Έτσι το καλάθι από βούρλα, στο οποίο τοποθετήθηκε ο Σαργών γίνεται στην ταινία καλάθι από πάπυρο. Ο πάπυρος δεν φυτρώνει στις όχθες του Ευφράτη. Επίσης, στον Ακκί τον αρδευτή των βασιλικών κήπων έγινε εγχείρηση αλλαγής φύλου από τους Zeitgeist-ες, και στην ταινία τον παρουσιάζουν ως γυναίκα. Επίσης του άλλαξαν και το επάγγελμα και τον έκαναν βασιλική μαία. Αλλά, όσες πλαστογραφίες κι αν κάνουν οι Zeitgeist-ές, οι θέσεις τους επί του θέματος είναι εκπρόθεσμες, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Όσοι υποστηρίζουν την λογοκλοπή του μύθου του Σαργών, επιμένουν σε αυτό εξαιτίας της παλαιότητας της ύπαρξης του έναντι του Μωυσή. Αυτό, όμως δεν συνεπάγεται και την παλαιότητα του μύθου έναντι της ιστορίας της Εξόδου. Ο Brian Lewis τοποθετεί τον μύθο του Σαργών στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 2039-627 π.Χ. Ο ίδιος παρέχει τα στοιχεία για την μεταγενέστερη χρονολόγηση του κειμένου. Έτσι, οι νέο-ασσυριακή ορθογραφία και ιδιωματισμοί, η χρήση ορειχάλκινων εργαλείων που αναφέρονται, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά στη βασιλεία του Σαργών Β’[vii] (721-705 π.Χ.).

Για τον William Hallo, δεν ήταν ο μύθος του Σαργών αυτός που επέδρασε στην ιστορία της Εξόδου, αλλά το αντίστροφο[viii]. Αυτός τοποθετεί τον μύθο χρονικά στον Ζ’ αι. π.Χ.:

  «Η Τρίτη πιθανότητα συχνά παραβλέπεται – δηλαδή ότι η ιστορία του Σαργών έχει ως μοντέλο αυτήν του Μωυσή! Διότι οι πιο πρώιμες μαρτυρίες του κειμένου χρονολογούνται από τον Ζ’ αι., και δεν υπάρχουν εσωτερικές ενδείξεις που να μας αναγκάζουν να υποθέσουμε ως ημερομηνία σύνθεσης κοντινότερη με τα γεγονότα του ύστερου 24ου αι. που περιγράφει[ix]».

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Brian Lewis συγκεντρώνει στο βιβλίο του 72 περιπτώσεις μύθων από όλο τον κόσμο με παρόμοια στοιχεία. Μεταξύ αυτών είναι και ο μύθος του Σούπερμαν. Βρέφος ακόμη ο Kal-el (κατά κόσμο Σούπερμαν) τοποθετήθηκε από τους γονείς του σε ένα διαστημικό «καλάθι», που εκτοξεύτηκε στο διάστημα, για να γλυτώσει από την καταστροφή του πλανήτη καταγωγής του, Κρύπτονα. Το σκάφος προσγειώθηκε στην Γη, όπου τον βρήκε και τον ανέθρεψε ένα ζευγάρι άσημων γεωργών από την Smallvile. Αυτός μεγαλώνοντας έγινε ο μεγαλύτερος ήρωας της Γης. Άραγε οι δημιουργοί του Σούπερμαν έκαναν επίσης λογοκλοπή στον μύθο του Σαργών;

Η χαρά των οπαδών της Blavatsky έληξε σύντομα με την ανακάλυψη και μετάφραση στα ερείπια της Ουρούκ, μιας πινακίδας που περιείχε την σουμεριακή εκδοχή του μύθου. Η καταγραφή του μύθου στην σουμεριακή γραφή επιβάλει την χρονολόγηση αυτής ως προγενέστερης της νέο-ασσυριακής εκδοχής. Η πινακίδα αυτή αν και διαμελισμένη ανακατασκευάστηκε ως τετράστηλη από τα εξής θραύσματα:

        i = TRS 73o, ii = 3N T296o iii = TRS 73r, iv = 3N T296r[x]

        Η μετάφραση αυτής της πινακίδας δίνει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή του μύθου. Στο τμήμα i (TRS 73o) της πινακίδας στις σειρές 10-13 διαβάζουμε:

        10. Έπειτα ο Σαργών

        11. Η πόλη του ήταν η πόλη …, ο πατέρας του ήταν ο La’ibum, η μητέρα του…

        12. Ο Σαργών … με χαρούμενη καρδιά

        13. Από τότε που γεννήθηκε…[xi]

Στον μύθο αυτό ο Σαργών είναι ο οινοχόος του βασιλιά της Kish, Ur-Zababa. Αναφέρεται ο πατέρας του και δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο από όσα αναφέρονται στον προηγούμενο.

Από τα παραπάνω βγαίνουν δύο συμπεράσματα. Πρώτον, ότι στην αρχική του εκδοχή ο μύθος του Σαργών δεν περιείχε τα στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν την κατηγορία των θεοσοφιστών για λογοκλοπή. Δεύτερον, τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται σε μεταγενέστερη εκδοχή και με βάση αυτή την χρονολόγηση είναι πολύ πιθανόν ο μύθος του Σαργών να επηρεάστηκε από την ιστορία της Βίβλου. Αν οι Zeitgeist-ές δεν τα γνώριζαν αυτά, ευκαιρία να τα μάθουν.



Οι Δέκα εντολές και η Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών.

Για τους θεωρητικούς του Zeitgeist ο Μωσαϊκός Νόμος είναι παρμένος απευθείας από την αιγυπτιακή νομοθεσία. Ως απόδειξη της θέσης τους επικαλούνται το κεφάλαιο 125 από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών. Ο Peter Joseph αναφέρει στην ταινία τα εξής:

 «Και οι Δέκα Εντολές πάρθηκαν απευθείας από την επίκληση 125 της Αιγυπτιακής Βίβλου των Νεκρών. Αυτό που στη  Βίβλο των Νεκρών γράφτηκε ως ¨Δεν έκλεψα¨ έγινε ¨Ου κλέψεις¨, ¨Δεν φόνευσα¨ έγινε ¨ου φονεύσεις¨, ¨Δεν είπα ψέματα¨ έγινε ¨Ου ψευδομαρτυρήσεις¨ και ούτω καθεξής. Ουσιαστικά, η Αιγυπτιακή θρησκεία είναι μάλλον η θεμελιώδης βάση της Ιουδαιοχριστιανικής θεολογίας».

Και αυτή η άποψη των Zeitgeist-ών, όπως και όλες οι άλλες, προέρχεται από την διδασκαλία της θεοσοφίας. Για την H. P. Blavatsky όχι μόνο οι Δέκα Εντολές[xii], αλλά και η Καινή Διαθήκη[xiii], το βιβλίο του Ιώβ[xiv], ο Σατανάς[xv] είναι δάνεια από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών.

Η Βίβλος αυτή είναι μια συλλογή από ύμνους, επικλήσεις και οδηγίες που υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν έναν νεκρό στην μετά θάνατον ζωή. Γι’ αυτό και πολλά αποσπάσματα της είναι χαραγμένα σε σαρκοφάγους ή γραμμένα σε παπύρους τοποθετημένους σε φέρετρα και νεκρικούς θαλάμους[xvi]. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ως συμπίλημα τέτοιων κειμένων, δεν υπάρχει εξ ολοκλήρου πουθενά, ούτε σε μοναδική μορφή. Αντίθετα, συν τω χρόνω η μορφή της συλλογής τροποποιούνταν και εξελίσσονταν. Η πιο διαδεδομένη μορφή του κειμένου σήμερα είναι η λεγόμενη Θηβαϊκή (Theban Recension), από τις Θήβες της Αιγύπτου. Αυτή σχηματοποιήθηκε μεταξύ της 18ης και 19ης Δυναστείας[xvii]. Το όνομα του κειμένου σε αυτή την μορφή είναι στα Αιγυπτιακά pert em hru, το οποίο έχει διάφορες μεταφράσεις. Η επικρατέστερη είναι coming forth by day, είναι όμως αποδεκτό ότι είχε κάποια έννοια για τους αρχαίους που δεν έχει κατανοηθεί[xviii].

Αποσπάσματα της συλλογής ήταν γνωστά από τον Μεσαίωνα. Οι πρώτες εκδόσεις έγιναν μετά την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Η ονομασία Βίβλος των Νεκρών (Todtenbuch) προέρχεται από τον Karl Richard Lepsius[xix],  στην μετάφραση του πάπυρου του Turin to 1842.

 Ο πάπυρος του Ανί είναι ο καλύτερα διατηρημένος πάπυρος, που περιέχει την Θηβαϊκή παράδοση του κειμένου. Χρονολογείται στην 19η Δυναστεία περίπου το 1240 π.Χ. Αποκτήθηκε από το Βρετανικό μουσείο το 1888. Μεταφράστηκε πρώτη φορά από τον Sir Ernest Alfred Thompson Wallis Budge το 1890. Η μετάφραση αυτή, αν και είχε ευρεία διάδοση, θεωρείται σήμερα ξεπερασμένη. Η πιο σύγχρονη είναι του Raymond Faulkner[xx] του 1994.

Το εδάφιο, το οποίο επικαλούνται οι Zeitgeist-ές, είναι απόσπασμα από το κεφ. 125[xxi], και συγκεκριμένα το τμήμα που ονομάζεται από τους μελετητές «αρνητική εξομολόγηση» (negative confession). Στο κεφάλαιο αυτό ο νεκρός εισέρχεται στον θάλαμο της Maat. Εκεί ελέγχεται για τις αμαρτίες του, γι’ αυτό η Βίβλος των νεκρών καταγράφει τις λέξεις που αυτός πρέπει να πει για να αποχωριστεί από τις αμαρτίες του και να μπορέσει να προχωρήσει παρά πέρα. Το κεφάλαιο χωρίζεται σε τρία επιμέρους τμήματα: την εισαγωγή, την αρνητική εξομολόγηση, την προσαγόρευση του νεκρού μετά την κρίση[xxii].

        Παραθέτουμε την μετάφραση του Wallis Budge της αρνητικής εξομολόγησης:

   1. Χαίρε, Usekh-nemmt, που ξεπροβάλεις από την Anu (Ηλιούπολη), δεν διέπραξα αμαρτία.
   2. Χαίρε, Hept-khet, που ξεπροβάλεις από την Kher-aha, δεν διέπραξα ληστεία με βία.
   3. Χαίρε, Fenti, που ξεπροβάλεις από την Khemenu (Ερμούπολη), δεν έχω κλέψει.
   4. Χαίρε, Am-khaibit, που ξεπροβάλεις από την Qernet, δεν έχω σφάξει άνδρες και γυναίκες.
   5. Χαίρε, Neha-her, που ξεπροβάλεις από την Rasta, δεν έχω κλέψει σιτάρι.
   6. Χαίρε, Ruruti, που ξεπροβάλεις από τον ουρανό, δεν έχω κλέψει προσφορές.
   7. Χαίρε, Arfi-em-khet, που ξεπροβάλεις από την Saut (Asyut), δεν έχω κλέψει την ιδιοκτησία του Θεού.
   8. Χαίρε, Neba, που έρχεσαι και φεύγεις, δεν έχω ξεστομίσει ψέματα.
   9. Χαίρε, Set-qesu, που ξεπροβάλεις από την Hensu (Ηρακλεόπολη), δεν έχω απομακρύνει τροφή.
  10. Χαίρε, Utu-nesert, που ξεπροβάλεις από την Het-ka-Ptah (Μέμφιδα), δεν έχω ξεστομίσει κατάρες.
  11. Χαίρε, Qerrti, που ξεπροβάλεις από την Amentet, δεν έχω διαπράξει μοιχεία, δεν έχω ξαπλώσει με άνδρες.
  12. Χαίρε, Her-f-ha-f, που ξεπροβάλεις από την σπηλιά σου, δεν έχω κάνει κανένα να θρηνήσει.
  13. Χαίρε, Basti, που ξεπροβάλεις από την Bast (?) (Βουβάστη), δεν έχω φάει την καρδιά ( δηλ. δεν έχω πενθήσει μάταια ή δεν έχω νιώσει τύψεις).
  14. Χαίρε, Ta-retiu, που ξεπροβάλεις από την νύκτα, δεν έχω επιτεθεί σε άνθρωπο.
  15. Χαίρε, Unem-snef, που ξεπροβάλεις από τον θάλαμο εκτελέσεων, δεν είμαι άνθρωπος δόλου.
  16. Χαίρε, Unem-besek, που ξεπροβάλεις από την Mabit, δεν έχω κλέψει καλλιεργημένη γη.
  17. Χαίρε, Neb-Maat, που ξεπροβάλεις από την Maati, δεν υπήρξα ωτακουστής.
  18. Χαίρε, Tenemiu, που ξεπροβάλεις από την Bast, δεν έχω συκοφαντήσει κανένα.
  19. Χαίρε, Sertiu, που ξεπροβάλεις από την Anu (Ηλιούπολη), δεν υπήρξα εξοργισμένος άδικα (?).
  20. Χαίρε, Tutu, που ξεπροβάλεις από την Ati (Busirite Nome), δεν έχω αποπλανήσει την γυναίκα [κανενός] ανθρώπου.
  21. Χαίρε, Uamemti, που ξεπροβάλεις από τον θάλαμο του Khebt, δεν έχω αποπλανήσει την γυναίκα [κανενός] ανθρώπου
  22.  Χαίρε, Maa-antuf, που ξεπροβάλεις από την Per-Menu (Πανόπολη), δεν έχω μιάνει τον εαυτό μου.
  23. Χαίρε, Her-uru, που ξεπροβάλεις από την Nehatu, δεν έχω τρομοκρατήσει κανέναν.
  24. Χαίρε, Khemiu, που ξεπροβάλεις από την Kaui (?), δεν έχω παραβιάσει [τον νόμο].
  25. Χαίρε, Shet-kheru, που ξεπροβάλεις από την Urit, δεν υπήρξα ανήθικος.
  26. Χαίρε, Nekhenu, που ξεπροβάλεις από την Heqat, δεν έχω κλείσει τ’ αυτιά μου σε λόγια αλήθειας.
  27. Χαίρε, Kenemti, που ξεπροβάλεις από την Kenmet, δεν έχω βλασφημήσει.
  28. Χαίρε, An-hetep-f, που ξεπροβάλεις από την Sau (Σαΐδα), δεν είμαι άνθρωπος της βίας.
  29. Χαίρε, Sera-kheru, που ξεπροβάλεις από την Unaset, δεν υπήρξα άνθρωπος που ανακατεύει για να προκαλέσει αλληλοσπαραγμό (η αυτός που διασαλεύει την ειρήνη).
  30. Χαίρε, Neb-heru, που ξεπροβάλεις από την Netchfet, δεν έχω ενεργήσει (ή κρίνει) με υπερβολική βιασύνη.
  31. Χαίρε, Sekhriu, που ξεπροβάλεις από την Uten (?), δεν έχω χώσει την μύτη μου σε υποθέσεις.
  32. Χαίρε, Neb-abui, που ξεπροβάλεις από την Sauti, δεν έχω πει παραπανήσια λόγια.
  33. Χαίρε, Nefer-Tem, που ξεπροβάλεις από την Het-ka-Ptah (Μέμφιδα), δεν έσφαλα έναντι κανενός, δεν έχω πράξει κανένα κακό.
  34. Χαίρε, Temp-Sepu, που ξεπροβάλεις από την Tetu (Βούσηρι), δεν έχω κάνει μαγγανείες κατά του βασιλιά (ή δεν βλασφήμησα τον βασιλιά).
  35. Χαίρε, Ari-em-ab-f, που ξεπροβάλεις από την Tebu, δεν έχω σταματήσει ποτέ [την ροή] του νερού.
  36. Χαίρε, Ahi, που ξεπροβάλεις από την Nu, δεν έχω υψώσει ποτέ την φωνή μου (δεν έχω μιλήσει αλαζονικά, ή με οργή).
  37. Χαίρε, Uatch-rekhit, που ξεπροβάλεις από την Sau, δεν έχω καταραστεί (ή βλασφημήσει) τον θεό.
  38. Χαίρε, Neheb-ka, που ξεπροβάλεις από την σπηλιά σου, δεν έχω ενεργήσει με αλαζονία (?).
  39. Χαίρε, Neheb-nefert, που ξεπροβάλεις από την σπηλιά σου, δεν έχω κλέψει τον άρτο των θεών.
  40. Χαίρε, Tcheser-tep, που ξεπροβάλεις από την κρήνη σου, δεν αφαίρεσα τα πρόσφορα khenfu από τα πνεύματα των νεκρών.
  41. Χαίρε, An-af, που ξεπροβάλεις από την Maati, δεν έχω αρπάξει το ψωμί των παιδιών, ούτε έχω φερθεί περιφρονητικά στον θεό της πόλης μου.
  42. Χαίρε, Hetch-abhu, που ξεπροβάλεις από την Ta-she (Φαγιούμ), δεν έχω σφάξει το βόδι που ανήκει στον θεό.

  Οι παρενθέσεις και οι σημάνσεις του Wallis Budge[xxiii].

 Η παράθεση της μετάφρασης όλης της αρνητικής εξομολόγησης ήταν αναγκαία, ώστε να μπορέσουν να βγουν τα συμπεράσματα. Παρατρέχοντας του στίχους του κειμένου ανακαλύπτει κάποιος, ότι δεν βρίσκονται στο κείμενο και οι Δέκα Εντολές του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά μόνο πέντε.

         - στον στίχο 3 βρίσκεται το «ου κλέψεις»

         - στον στίχο 4 βρίσκεται το «ου φονεύσεις»

         - στον στίχο 8 το «ου ψευδομαρτυρήσεις»

         - στον στίχο 11 το «ου μοιχεύσεις»

         - στους στίχους 27 & 37 κάτι ανάλογο με το «ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω»

Τι γίνεται, λοιπόν, με τις υπόλοιπες πέντε εντολές; Αυτές δεν βρίσκονται στην Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών. Δεν βρίσκονται επίσης σε καμιά παραλλαγή του κειμένου, είτε του πάπυρου Nebseni[xxiv], είτε του πάπυρου Nu. Και το κύριο σημείο διαφοράς βρίσκεται στην πρώτη εντολή «ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού». Η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν πολυθεϊστική. Η ύπαρξη και η επίκληση τόσων πολλών ψεύτικων θεών μέσα στην Βίβλο των Νεκρών καταστρατηγεί, αντιτίθεται στην αλήθεια που εκφράζεται στην πρώτη από τις Δέκα Εντολές. Γι’ αυτό και σε καμιά περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο ή μοτίβο.

 Στην ταινία αναφέρονται μόνο τρεις από τις Δέκα Εντολές. Ο θεατής αφήνεται να υποθέσει την αντιστοιχία και των υπόλοιπων επτά. Αυτό είναι παραπλανητικό τέχνασμα. Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, η αντιστοιχία είναι πλασματική και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Από την άλλη, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός. Ο φόνος, η κλοπή, η μοιχεία, η βλασφημία κτλ. είναι εγνωσμένες παρανομίες/αμαρτίες σε κάθε ηθικό σύστημα. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος στην Προς Ρωμαίους επιστολή του έγραψε:

«όταν γαρ έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς εισι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών, συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων – εν ημέρα ότε κρίνει ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιόν μου διά Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 2.14-16)

Η ύπαρξη του φυσικού νόμου, του γραμμένου στις καρδιές του καθενός και ο έλεγχος της συνειδήσεως, αναγνωρίζονται επίσης στον στίχο 13 του κειμένου. Δεν αναγνωρίζονται, κατά μοναδικό τρόπο, από τους θεωρητικούς του Zeitgeist, οι οποίοι δεν φαίνονται να ελέγχονται από την συνείδησή τους, ούτε για την κακοποίηση της αλήθειας, ούτε για την παραπλάνηση των οπαδών τους. Αυτοί είναι επαγγελματίες ψεύτες. 

Όσο και αν θέλουν να συμφωνούν με την H. P. Blavatsky, ότι οι Ιουδαίοι δανείστηκαν τους νόμους τους από τους αρχαίους Αιγυπτίους[xxv], οφείλουν να παραδεχθούν ότι η Βίβλος των Νεκρών δεν είναι νομικό κείμενο, δεν είναι σύστημα νόμων. Είναι κείμενο συνδεδεμένο άμεσα με την αρχαία αιγυπτιακή πίστη και λατρεία, και ως τέτοιο θα μπορούσε να θέτει ηθικούς κανόνες και λατρευτικές πρακτικές μόνο σε όσους ακολουθούσαν την ίδια θρησκεία.  Όχι στους Ιουδαίους.


Μανού, Μίνωας, Mises

Το τρίτο ψέμα του Zeitgeist για τον Μωυσή αφορά τον παραλληλισμό του με δύο μυθικούς νομοθέτες, τον Μανού των Ινδών, τον Μίνωα των αρχαίων Ελλήνων και τον άγνωστο Mises. Ο Peter Joseph αφηγείται στην ταινία:

«Ο Μωυσής είναι απλώς ένας νομοθέτης από τους πολλούς της μυθολογίας. Στην Ινδία, ο Μανού είναι ο μεγάλος νομοθέτης. Στην Κρήτη, ο Μίνωας ανέβηκε στο όρος Δίκτη, όπου ο Δίας του έδωσε τους ιερούς νόμους. Ενώ στην Αίγυπτο ήταν ο Μίσης, που έφερε λίθινες πλάκες, που πάνω τους ήταν γραμμένοι οι νόμοι των θεών».

Άλλη μια θέση των Zeitgeist-ών προέρχεται από την θεοσοφική διδασκαλία της H. P. Blavatsky. Στο Isis Unveiled διαβάζουμε:

  «Ο Bunsen και ο Champollion έχουν ήδη δείξει ότι τα αιγυπτιακά ιερά βιβλία είναι μακρά παλαιότερα από τα πιο παλαιά μέρη της Γένεσης. Και τώρα μια πιο προσεκτική μελέτη εγείρει την υποψία, που για μας είναι βεβαιότητα, ότι οι νόμοι του Μωυσή είναι αντίγραφα από τον κώδικα του Βραχμάνου Μανού[xxvi]».

Είναι απίστευτη η ευκολία, με την οποία δέχονται οι Zeitgeist-ές, όπως και οι θεοσοφιστές, απόψεις που αντικρούουν η μια την άλλη. Ενώ την μια στιγμή λένε ότι οι Δέκα Εντολές είναι αντίγραφα της Βίβλου των Νεκρών, αμέσως αλλάζουν θέση και υποστηρίζουν ότι είναι αντίγραφα των νόμων του Μανού. Και δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να εξηγήσουν αυτές τις αντιφάσεις. Πως θα μπορούσαν άλλωστε!

 Στην Ινδουιστική παράδοση η λέξη Μανού είναι τίτλος και όχι όνομα. Αρχικά αναφέρεται στον πρόγονο της ανθρωπότητας, και πρώτο βασιλιά, τον Satyavrata[xxvii]. Το υποτιθέμενο νομοθετικό του έργο είναι συγκεντρωμένο στο κείμενο με το όνομα Manusmitri ή Νόμοι του Μανού. Πρώτη φορά μεταφράστηκαν τον 1794 μ.Χ. από τον Βρετανό ανατολιστή και δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καλκούτα, Sir William Jones.

Από τις χρονολογήσεις που έχουν προταθεί καμιά δεν το θεωρεί προγενέστερο του 200 π.Χ. Έτσι, ο Burjor Avari[xxviii] το χρονολογεί μεταξύ 200 π.Χ. και 200 μ.Χ., ο Gavin Flood[xxix] μεταξύ 200 π.Χ. και 300 μ.Χ., o John Keay[xxx] το Β’ αι. π.Χ., ο Thomas Hopkins[xxxi] μεταξύ 200 π.Χ. και 100 μ.Χ, οι Hermann Kulke & Dietmar Rothermund[xxxii] μεταξύ Β’ και Γ’ αι. μ.Χ.

Εφόσον δεν υπάρχει χρονολόγηση του κειμένου πριν τον Β’ αι. π.Χ., οποιαδήποτε παραπέρα συζήτηση περιττεύει. Για άλλη μια φορά οι Zeitgeist-ές και οι όμοιοί τους συλλαμβάνονται να λένε ψέματα.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Μίνωας ήταν βασιλιάς της Κρήτης, γιος του Δία και της Ευρώπης, αδελφός του Ραδάμανθυ και του Σαρπηδόνα. Επίσης στην ελληνική μυθολογία δεν ήταν ο Μίνωας μεγάλος νομοθέτης αλλά ο αδελφός του Ραδάμανθυς[xxxiii]. Η ιδέα ότι ο Μίνωας ήταν μεγάλος νομοθέτης εκφράζεται για πρώτη φορά στον πλατωνικό διάλογο Μίνως (318D και εξής). Εκεί ο Σωκράτης ανασκευάζει την άποψη που είχε ο συνομιλητής του για τον Μίνωα. Αναφέρει, μεν τον Όμηρο
«ένι Κνωσός μεγάλη πόλις, ένθα τε Μίνως εννέωρος βασίλευε Διός μεγάλου οαριστής[xxxiv]»

Αλλά στην Ωδή αυτή ο Όμηρος δεν αναφέρει τον Μίνωα, ως νομοθέτη, αλλά ως κάποιον που έχει κάνει διάλογο με τον Διά[xxxv] (όαρος=διάλογος).

Μετά τον Πλάτωνα, ο επόμενος που αναφέρει τον Μίνωα ως νομοθέτη είναι ο Παυσανίας:

«έθηκε δε και Λυκούργος Λακεδαιμονίοις τους νόμους επί της Αγησιλάου βασιλείας˙ θείναι δε αυτόν λέγουσιν οι μεν παρά της Πυθίας διδαχθέντα υπέρ αυτών, οι δε ως Κρητικά όντα νόμιμα επαγάγοιτο. Τούτους δε οι Κρήτες τους νόμους τεθήναι σφισιν υπό Μίνω λέγουσι, βουλεύεσθαι δε υπέρ των νόμων ουκ άνευ θεού τον Μίνω. Ηνίξατο δε και Όμηρος εμοί δοκείν περί του Μίνω τηςς νομοθεσίας εν τοίσδε τοις έπεσι: τήσι δ’ ενί Κνωσσός, μεγάλη πόλις, ένθα τε Μίνως εννέωρος βασίλευε Διός μεγάλου οαριστής» (Ελλάδος Περιήγησις, ΙΙΙ 2.4)

Η αναφορά του Παυσανία στον Όμηρο πείθει ότι ήταν γνώστης του πλατωνικού διαλόγου, γεγονός που σημαίνει ότι αναπαράγει την θέση του Πλάτωνα, άρα δεν έχουμε διασταυρωμένη πληροφορία. Συνεπώς η θέση αυτή των Zeitgeist-ων είναι αναχρονισμός. Ο μεν Μίνωας μυθολογικά έζησε τρεις αιώνες πριν τον Τρωικό πόλεμο, αλλά η παράδοση που τον θέλει νομοθέτη ανάγεται στο τέλος του Ε’ αι. π.Χ.

Ποιος ήταν ο Mises; Όσο και αν ψάξει κάποιος στην εγχώρια και διεθνή βιβλιογραφία, στην μυθολογία και την ιστορία, δεν πρόκειται να βρει ούτε το όνομα, ούτε το πρόσωπο. Οι μόνοι που ξέρουν γι’ αυτόν είναι οι Zeitgeist-ες, και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ο Peter Joseph, που τον αναφέρει στην ταινία, η Acharya S[xxxvi], που τον αναφέρει στο βιβλίο της, και ο Lloyd Graham[xxxvii], τον οποίο αναφέρει η Acharya S, ως πηγή της. Αλλά και οι ίδιοι τους δεν έχουν αποφασίσει περί τίνος πρόκειται, καθώς η Acharya S τον αναφέρει ως Σύριο, ο Peter Joseph ως Αιγύπτιο, ενώ ο Lloyd Graham δεν ξαναμίλησε γι’ αυτόν σε μεταγενέστερα έργα του.

Manu, Minos, Mises, Moses. Το πιο πιθανό είναι ότι οι Zeitgeist-ες παίζουν πάλι με τις λέξεις για να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Όσες από τις απόψεις τους ελεγχθήκαν, καμιά δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.


[i] George Smith, Early History of Babylonia, στο Transactions of the Society of Biblical Archaeology, London 1872, vol. 1, pp 28-92. Η μετάφραση στην σελίδα 46.

[ii] George Smith, Assyrian Discoveries: An Account of Explorations and Discoveries on the Site of Nineveh, during 1873-1874, New York 1875.  Για την πινακίδα στην σελίδα 224.

[iii] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 442.

[iv] L. W. King, Chronicles Concerning Early Babylonian Kings, vol. II Texts and Translations, στην σειρά Studies in Eastern History, London 1907, pp 87-89. Ο L. w. King  συνέθεσε τον μύθο του Σαργών συμπληρώνοντας αυτόν από διάφορα αποσπάσματα. Η μετάφραση όλου του μύθου στις σελίδες 87-96.

[v] B. Lewis, The Sargon Legend: A Study of the Akkadian Text, American Scools of Oriental Research Dissertation Series 4, Cambridge 1980, pp. 37-42.

[vi] J. G. Westenholz, Legends of the Kings of Akkade, Eisenbrauns 1997, p.38

[vii] B. Lewis, The Sargon Legend:…, pp. 98-100.

[viii] W. Hallo, The Birth of Kings, Love and Death in the Ancient Near East: Essay in Honor of Marvin H. Pope, Guilford, Conn. 1987, p. 47

[ix] W. Hallo, The World ‘s Oldest Literature: Studies in Sumerian Belles-Lettres, Leiden 2010, p.229

[x] J. Cooper & W. Heimpel, The Sumerian Sargon Legend, Journal of the American Oriental Society, vol. 103 No1 (Jan-Mar 1983) p.67.

[xi] Η μετάφραση διατίθεται από το Electronic Text Corpus of the Sumerian Literature του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στην διεύθυνση http://etcsl.orinst.ox.ac.uk/cgi-bin/etcsl.cgi?text=t.2.1.4#. Πρώτος ασχολήθηκε με το απόσπασμα ο Hans Güterbock  στο Die historische Tradition und ihre literarische Gestaltung bei Babylonien und Hethitern bis 1200, Zeitschrift für Assyriologie , Band 42 (1934) s. 1-96.

[xii] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 367

[xiii] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 548

[xiv] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 493

[xv] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 483

[xvi] Wallis Budge, The Papyrus of Ani, a Reproduction in Facsimile, New York 1913, vol. 1 p. 1

[xvii] Raymond Faulkner, The Book of the Dead: the Book of going forth by Day, San Francisco 32008, p.141

[xviii] Wallis Budge, The Papyrus of Ani… vol 1 p. 28.

[xix] Das Todtenbuch der Ägypter nach dem hieroglyphischen Papyrus in Turin mit einem Vorworte zum ersten Male Herausgegeben. Leipzig: G. Wigand. (Reprinted Osnabrück: Otto Zeller Verlag, 1969)

[xx] The Egyptian Book of the Dead: The Book of Going Forth by Day, The First Authentic Presentation of the Complete "Papyrus of Ani", Introduction and commentary by Dr. Ogden Goelet, Translation by Dr Raymond O. Faulkner, Preface by Carol Andrews, Featuring Integrated Text and Full Color Images, (Chronicle Books, San Francisco) c1994, Rev. ed. c1998. Contains: Map Key to the Papyrus, Commentary by Dr. Ogden Goelet, Selected Bibliography, and "Glossary of Terms and Concepts".

[xxi] Την διαίρεση του κειμένου σε κεφάλαια έκανε πρώτος ο Lepsius. Παρά το ότι η διαίρεση αφορούσε τον πάπυρο του Turin, ο ποίος ανήκε στην Σαϊτική παράδοση και προέρχονταν από την μεταγενέστερη πτολεμαϊκή περίοδο, η ίδια κατάτμηση εφαρμόστηκε και στον πάπυρο του Ani. Τα κεφάλαια ονομάζονται και Επικλήσεις.



[xxii] Wallis Budge, The Papyrus of Ani… vol Ι p. 42

[xxiii] Wallis Budge, The Papyrus of Ani… vol ΙΙ pp. 576-582.

[xxiv] Wallis Budge, The Papyrus of Ani… vol II pp. 582-584.

[xxv] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 399.

[xxvi] H. P. Blavatsky, Isis Unveiled,… vol. II p. 431.

[xxvii] Bhagavata Purana 8.24.12

[xxviii] Avari, Burjor. India, the ancient past: a history of the Indian subcontinent from c. 7000 BC to AD 1200. New York 2007. p. 142.

[xxix] Flood, Gavin, An Introduction to Hinduism. Cambridge: Cambridge University Press  1996, p. 56

[xxx] Keay, John, India: A History. New York 2000,  p. 103

[xxxi] Hopkins, Thomas J., The Hindu Religious Tradition. Belmont, California 1971, p. 74.

[xxxii] Kulke, Hermann & Rothermund, Dietmar, A History of India. New York 1986, p. 85.

[xxxiii] Ζαν Ρισπέν, Μεγάλη Ελληνική Μυθολογία, μετάφραση Άρη Αλεξανδρου, Αθήναι χ.χ. (1966), τομ. Β’ σελ. 247.

[xxxiv] Ωδαί IX.178: «εκεί υπάρχει μεγάλη πόλις, η Κνωσός, στην οποία βασίλευε ο Μίνωας εννέα χρόνια, ως κάποιος που διαλέγονταν με τον Δία»

[xxxv] Lamb, W. R. M. Plato, Charmides, Alcibiades, Hipparchus, The Lovers, Theages, Minos, Epinomis. Loeb Classical Library. Cambridge, MA: Harvard University Press 1927,  p. 413.

[xxxvi] Acharya S, The Christ Conspiracy…, p.241:  “Mises” is found in Syria, where he was pulled out of a basket floating in a river. Mises also had tablets of stone upon which laws were written, and a rod with which he did miracles, including parting waters and leading his army across the sea”

[xxxvii] Lloyd Graham, Deceptions and Myths of the Bible, Citadel Press 1989, p.125. Αυτή είναι η σημείωση που έχει η Acharya S στο βιβλίο της. Δεν μπόρεσα να την διασταυρώσω.

impantokratoros.gr