Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Ιεροί Κανόνες και νόμοι της Πολιτείας

Ιεροί Κανόνες και νόμοι της Πολιτείας
Ιεροί Κανόνες και νόμοι  της Πολιτείας
 
 
Η υπόθεση του πρώην Μητροπολίτου Αττικής Παντελεήμονος απετέλεσε μια κρίση για την Εκκλησία, τουλάχιστον εδώ και μία επταετία. Για το θέμα αυτό εξεδόθησαν τρεις αποφάσεις από την Ιερά Σύνοδο, ήτοι η έκπτωση από της θέσεως του Μητροπολίτου Αττικής (Αύγουστος 2005), η αναστολή κάθε περαιτέρω δίωξης (Μάρτιος 2009) και η διαπιστωτική πράξη καθαίρεσης, ύστερα από την αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου (Μάιος 2009).

Η τελευταία απόφαση δημιούργησε σοβαρή συζήτηση, επειδή προκλήθηκε καθαίρεση από το αρχιερατικό αξίωμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 του νόμου 5383/1932 από το Πρωτοβάθμιο για Αρχιερείς Δικαστήριο «άνευ ετέρας τινός διαδικασίας», οπότε ετέθη θέμα κατά πόσον η Εκκλησία θα πρέπει να κυβερνάται σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες ή τους νόμους της Πολιτείας.

Θεωρώ ότι η Εκκλησία πρέπει να ρυθμίζη τα του οίκου της σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες και προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να προσδιορισθούν οι περαιτέρω ενέργειές της. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να κρίνη τους Κληρικούς της βάσει των ιερών Κανόνων των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων. Η τήρηση, όμως, των ιερών Κανόνων δεν είναι μια απλή υπόθεση και ένας «συνθηματικός» λόγος.

Στη συνέχεια θα τεθούν μερικά από τα πολλά ενδιαφέροντα σημεία προς περαιτέρω διερεύνηση.

1. Οι ιεροί Κανόνες δεν είναι νομικά κείμενα, παρά την νομοτεχνική τους διατύπωση, αλλά εκκλησιαστικά κείμενα που συνδέονται στενά με τα δόγματα-όρους και αποβλέπουν στην ενότητα της Εκκλησίας και την έκφραση του εκκλησιαστικού φρονήματος. Μόνον όταν συνδέσουμε τους Κανόνες με τον σκοπό των δογμάτων μπορούμε να τους ερμηνεύσουμε σωστά· διαφορετικά, τους παρερμηνεύουμε.

2. Η επίκληση των ιερών Κανόνων δεν μπορεί να είναι επιλεκτική και αποσπασματική. Δεν είναι δυνατόν να παραβαίνονται οι ιεροί Κανόνες, όταν προσκρούουν σε προσωπικά πάθη και σε προσωπικές επιλογές, και να τους επικαλούμαστε, όταν θέλουμε να ελέγξουμε αυτούς που είναι αντίθετοι στις απόψεις μας. Η όλη εκκλησιαστική ζωή πρέπει να ρυθμίζεται βάσει του γράμματος και ιδιαιτέρως του «πνεύματος» των ιερών Κανόνων.

Επί πλέον η δικαστική κρίση για Αρχιερείς δεν πρέπει να είναι ανεξάρτητη από τον τρόπο της εκλογής τους. Λέγεται αυτό γιατί πολλές φορές ενεργούμε κατά κοσμικό τρόπο στις εκλογές των Αρχιερέων και στη συνέχεια ή αμνηστεύουμε αντικανονικές ενέργειές τους ή κοπτόμαστε για την τήρηση των κανόνων, για να καλύψουμε διάφορες αντιεκκλησιαστικές πράξεις.

3. Οι ιεροί Κανόνες διακρίνονται από σεβασμό στο χάρισμα της Ιερωσύνης, όπως φαίνεται και στις ευχές της χειροτονίας, αλλά και από πνεύμα φιλανθρωπίας στους αμαρτάνοντες, όταν οι πράξεις τους δεν είναι καθαιρετικές της Ιερωσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η λεγόμενη φιλανθρωπία δεν μπορεί να λειτουργή ανεξάρτητα από την αξία του χαρίσματος της Ιερωσύνης. Η προτροπή του Αποστόλου Παύλου « μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου » (Α Τιμ. δ, 14) είναι χαρακτηριστική.

Για να μπορέση, όμως, κανείς να ισορροπήση τα πράγματα, μεταξύ χαρίσματος της Ιερωσύνης και φιλανθρωπίας, και να αντιληφθή το «πνεύμα» των ιερών Κανόνων, πρέπει ο ίδιος να έχη το χάρισμα των Πατέρων που τους θέσπισαν, να είναι και ως προς τον τρόπο «μέτοχος» των Αποστόλων και όχι μόνον «διάδοχος των θρόνων» τους. Αυτή είναι η αληθινή εκκλησιολογία και η έλλειψή της αποτελεί το μεγαλύτερο θεολογικό πρόβλημα στη σύγχρονη Εκκλησία.

4. Βέβαια, πρέπει να ενεργούμε κατά τους ιερούς Κανόνες. Αλλά όταν αρνούμαστε ή αδιαφορούμε να κρίνουμε εμείς βάσει των ιερών Κανόνων στον κατάλληλο καιρό, και κατά συνέπεια δημιουργούνται πολλά «εκκλησιαστικά καρκινώματα», δεν μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε όταν επεμβαίνη η Πολιτεία για να διασφαλίση ακόμη και το κοινό περί δικαίου αίσθημα και αυτού του εκκλησιαστικού πληρώματος. Ο Θεός ενεργεί ποικιλοτρόπως.

5. Απαιτείται τροποποίηση των αντικανονικών διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και του τρόπου λειτουργίας των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Δεν πρέπει να αμνηστεύουμε τις αντικανονικές διατάξεις που έχουν οι εκκλησιαστικοί αυτοί νόμοι, από τον υπαρκτό ή ανύπαρκτο φόβο της μη διαταράξεως των σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

Επί τέλους, ας ζητήσουμε ή ας δεχθούμε από την Πολιτεία να λειτουργή η Εκκλησία κατά το κανονικό δίκαιο, χωρίς να μας διακατέχη το σύνδρομο του φόβου έναντι της Πολιτείας. Παράλληλα, ας ενεργούμε εμείς οι Κληρικοί και ιδίως οι Επίσκοποι βάσει των ιερών Κανόνων σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής, για να μη φοβόμαστε την παρέμβαση της Πολιτείας.

Πολλοί επισημαίνουν ότι θα πρέπει να γίνουν αλλαγές στον τρόπο αποδόσεως της δικαιοσύνης στους Κληρικούς. Θεωρώ ότι θα πρέπει να ψηφισθή ένας νόμος από την Πολιτεία με πρόταση της Εκκλησίας, που θα δίνη την αρμοδιότητα στην Εκκλησία να δικάζη τους Κληρικούς της, όταν διαπράττουν κανονικά παραπτώματα, κατά το δικό της κανονικό δίκαιο.

Στο παρελθόν παρατηρήθηκαν διάφορες πρωτοβουλίες από εκκλησιαστικούς, πολιτικούς και νομικούς κύκλους στο θέμα αυτό, που όμως δεν ευοδώθηκαν. Είναι καλό να ερευνηθούν τα αίτια της αποτυχίας των προσπαθειών αυτών και να τεθούν σε σωστά πλαίσια οι επόμενες κινήσεις μας, που θα λειτουργήσουν προς την ευκρινέστερη οριοθέτηση των σχέσεων εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης για να μη παρατηρούνται εκατέρωθεν εμπλοκές.

ΑΡΧΙΜ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΒΑΛΛΗΝΔΡΑ

ΑΡΧΙΜ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΒΑΛΛΗΝΔΡΑ
ΟΙ ΨΑΛΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΑΣ
(Άρθρο του Μητροπολίτου από Πατρών κ. Νικοδήμου Βαλληνδρά, το οποίο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες το 1964 στα πρώτα φύλλα της Εφημερίδας «Ιεροψαλτικά Νέα», Μηνιαίου Οργάνου του Πανελληνίου Συνδέσμου Ιεροψαλτών «Ρωμανός ο Μελωδός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός».

Είναι βεβαίως γνωστόν ότι, κατά τους ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας οι Ψάλται θεωρούνται κατώτεροι Κληρικοί.
Όπως δε οι ανήκοντες εις τον ανώτερον Κλήρον (Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι) καθίστανται τοιούτοι δια χειροτονίας, παρομοίως και οι αποτελούντες τον κατώτερον Κλήρον λαμβάνουσιν ειδικήν χειροθεσίαν υπό του οικείου Επισκόπου.

* * *
1. Πρώτος Κανών, όστις ομιλέι ρητώς περί Ψαλτών και χαρακτηρίζει τούτους ως ανήκοντας είς τον Κλήρον, είναι ο 26ος Αποστολικός Κανών. Δια του κανόνος τούτου ρυθμίζεται το θέμα του γάμου των Κληρικών εν γένει. Καθορίζεται η γνωστή απαγόρευσις του μετά την χειροτονίαν γάμου των ανωτέρων Κληρικών. Και προστίθεται: «των εις Κλήρον προελθόντων αγάμων κελεύομεν βουλομένως γαμείν Αναγνώστας και Ψάλτας μόνον.» Δηλαδή εκ πάντων των Κληρικών, μετά την εγκατάστασιν αυτών εις το εκκλησιαστικόν αυτών λειτούργημα (δια χειροτονίας ή δια χειροθεσίας), ο γάμος επιτρέπεται μόνον είς τους Αναγνώστας και τους Ψάλτας.

Η σημασία του Κανόνος τούτου εν σχέσει πρός τους Ψάλτας έγκειται όχι τόσο εις την περί του γάμου αυτών διάταξιν, αλλ' είς τό ότι ρητώς συγκαταριθμεί τους Ψάλτας μετά του Κλήρου, και δη προβαίνει και εις ρύθμισιν σοβαρού ζητήματος αφορώντος εις τους Κληρικούς εν γένει λαμβάνων ειδικήν πρόνοιαν περί των Ψαλτών.

2. Κατά την παλαιάν εποχήν οι Ψάλται, ως Κληρικοί, είχον το προνόμιον να ανέρχωνται επί του άμβωνος και επ' αυτού ιστάμενοι να ψάλωσιν ωρισμένα ψάλματα. Σχετικώς ο 33ος Κανών της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου όπως μή επιτρέπηται εις ουδένα μή έχοντα κανονικήν χειροθεσίαν επισκόπου να αναβαίνη εις τον άμβωνα και να ψάλλη. Διατάσσει δε τούτο ελέγχων ωρισμένους «μή αποκειρομένους Ιεροψάλτας...» (τ.έ. μή προβαίνοντας εις χειροθεσίαν και κουράν των Ιεροψαλτών). Όθεν παραγγέλει: «μηδέ τινά συγχωρείν, επ' άμβωνος κατά τήν τών έν κλήρω καταλεγομένων τάξιν, τους θείους τώ λαώ λόγους υποφωνείν εί μήτι άν ιερατική κουρά χρήσηται ο τοιούτος, και την ευλογίαν υπό του οικείου ποιμένος κανονικώς υποδέξηται».

Συνοπτικώτερος αλλ' εξίσου απόλυτος, ο 15ος Κανών της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου διαλαμβάνει: «περί του μή δειν πλέον των κανονικών Ψαλτών των επί τον άμβωνα αναβαινόντων, και από διφθέρας ψαλλόντων, ετέρους τινάς εν τη Εκκλησία». Απαγορεύει δηλαδή να ψάλλει οιοσδήποτε εν τη Εκκλησία. Μόνον κανονικοί Ψάλται (κανονικώς χειροθετημένοι και κανονικώς εντεταγμένοι εις τον κατώτερον Κλήρον της Εκκλησίας) δύνανται να ψάλλωσιν.

3.Είναι επόμενον ότι, εφ' όσον η Εκκλησία θεωρεί τους Ψάλτας ως Κληρικούς και παρέχει εις αυτούς χειροθεσίαν παρά του Επισκόπου, επιβάλλονται εις αυτούς και ωρισμέναι υποχρεώσεις. Κυρίως η Εκκλησία, δια των ιερών αυτής Κανόνων, παροτρύνει του Ψάλτας να συνειδοτοποιήσουν την ιερότητα του λειτουργήματος αυτών και να διάγωσιν βίον μή απάδοντα προς την διακεκριμένην εν τη Εκκλησία θέσιν των.

Θα αναφέρωμεν, επί του παρόντος, δύο μόνον Αποστολικούς Κανόνας, τον 43ον και τον 69ον, οίτινες ρητώς ομιλούντες περί Ψαλτών αξιούσι παρ αυτών ιεροπρέπειαν και εκκλησιαστικήν συνειδησιν. Επιφυλασσόμεθα δ' όπως εν συνεχεία αναφέρωμεν και άλλας κανονικάς διατάξεις ομιλούσας περί ηθικών υποχρεώσεων των ανηκόντων εις τον κατώτερον εν γένει Κλήρον.

Και ο μεν πρώτος εκ των μνημονευθέντων Κανόνων επιτάσσει:« ...Ψάλτης τα όμοια ποιών (κύβοις σχολάζων και μέθαις) ή παυσάσθω ή αφοριζέσθω». Είναι προφανές ότι αξίωσις του Αποστολικού τούτου Κανόνος είναι όπως οι Ψάλται, καθό Κληρικοί, μή εκτρέπωνται εις αναρμόστους πράξεις, ώς είναι η χαρτοπαιξία και η μέθη. Παραλλήλως δ' ως θα είδομεν άλλοι Αποστολικοί Κανόνες απαγορεύουσιν εις τους κατωτέρους Κληρικούς ότι δεν είναι σύμφωνον προς τον ηθικόν νόμον. Απαίτησις άρα της Εκκλησίας είναι, όπως οι Ψάλται ίστανται εις υψηλήν ηθικήν στάθμην και μή εκπίπτωσιν εις χαμηλόν ηθικόν επίπεδον. Ο δε μνημονευθείς Κανών, ομιλών περί της τηρήσεως της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και εκάστης Τετάρτης και Παρασκευής αξιοί ίνα δίδωσι το παράδειγμα οι Κληρικοί, Ανώτεροι και Κατώτεροι, δεν παραλείπει δε να αναφέρη ρητώς και τους Ψάλτες: «Ει τις ...Ψάλτης την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ού νηστεύει, ή Τετράδα ή Παρασκευήν», ορίζει ίνα εκπίπτη του κληρικού αυτού αξιώματος.

Ενδεικτικώς βεβαίως αναφέρομεν την περί νηστείας ταύτην κανονικήν διάταξιν. Είναι πρόδηλον ότι τοιαύται κανονικαί διατάξεις, διαλαμβάνουσαι μάλιστα ρητώς περί Ψαλτών και κατωτέρων Κληρικών, εκφράζουσι την απαίτησιν της Εκκλησίας όπως οι εν οιωδήποτε βαθμώ (ανωτέρω ή κατωτέρω) υπηρετούντες ώς κληρικοί Αυτής, σέβονται τας εκκλησιαστικάς εν γένει διατάξεις, έχωσιν ανεπτυγμένον το Εκκλησιαστικόν φρόνημα, και είναι πρόσωπα εγνωσμένης ευσεβείας και αρετής.

Πλήν των ιερών εκείνων Κανόνων, οίτινες ρητώς αναφέρουσι τους Ψάλτας και θεσπίζουσιν ειδικάς περί αυτών διατάξεις και πλήστοι άλλοι κανόνες της Εκκλησίας αφορώσιν είς τους Ψάλτας, βεβαίως και αναμφισβητήτως, εφ' όσον ομιλούσιν ευρύτερον περί των κατωτέρων εν γένει Κληρικών μετά των οποίων συγκαταλέγονται οι Ψάλται ως «κληρικοί έξω του Βήματος».

1.-Μεταξύ των Κανόνων τούων όχι ολίγοι καθορίζουσι τας ηθικάς υποχρεώσεις των ψαλτών. Ο 25ος Αποστολικός Κανών, επί παραδείγματι, λέγει ότι θεωρείται ανάξιος της τιμής να είναι Κληρικός - ούτε Κατώτερος - ο «επί πορνεία ή επορκία ή κλοπή αλούς». Ως ποινήν δε εις τους τα τοιαύτα πράξαντας ορίζει την έκπτωσιν από του αξιώματος του Κληρικού. Και ως μόνην επιείκειαν διά τους τοιούτους αναφέρει, να μή εξωεκκλησιάζονται, και αφορίζωνται δια να μή είναι διπλή η τιμωρία των (έκπτωσις από του βαθμού του Κληρικού και αφορισμός). «Λέγει γαρ η Γραφή: ούκ εκδικήσεις δις επί τω αυτώ». Δια να είναι δε σαφές ότι είς τήν διάταξιν ταύτην δεν περιλαμβάνονται μόνον οι ανώτεροι Κληρικοί (Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος) ο Κανών ρητώς επιλέγει: «ωσαύτως και οι λοιποί Κληρικοί» οι κατώτεροι δηλαδή, εν οίς, εκ των πρώτων είναι και οι Ψάλται.
Εκ του Κανόνος τούτου συνάγεται ότι , ούτως ειπείν, καθαιρείται ο Ψάλτης ο διαπράτων τας προμνημονευθείσας πράξεις. Καταβιβάζεται από την υψηλήν και διακεκριμένην εν τη Εκκλησία θέσιν του, και -επιεικώς - δεν εξάγεται εις τον Νάρθηκα, έξω του Ναού, οπού ήτο άλλοτε η θέσις των βαρέως αμαρτανόντων, αλλά του επιτρέπεται να μένη εντός του Ναού μετά των άλλων πιστών ώς εκπεσών Κληρικός. Ρητώς δε περί «καθαιρέσεως» και των Ψαλτών ομιλεί ο 4ος κανών της 6ης οικουμενικής Συνόδου.
Ο 54ος Αποστολικός Κανών, εξάλλου, αξιοί παρά παντός Κληρικού, Ανωτέρου και Κατωτέρου να μή συχνάζη εις ύποπτα κέντρα, «εν καπηλείω», και εις άλλα παρόμοια, διότι ταύτα δεν αποτελούν περιβάλλον κατάλληλον δι άνθρωπον υπηρετούντα τον Θεόν και την Εκκλησίαν.

2. - Άλλοι ιεροί Κανόνες ρυθμίζουσι πειθαρχικά ζητήματα. Απαιτούσι δ' όπως πάντες οι κατώτεροι σέβωνται τους ιεραρχικώς ανωτέρους των. Και ο μεν 55ος Αποστολικός κανών περιφρουρεί το κύρος του Επισκόπου και απαγορεύει είς πάντα κληρικόν οιουδήποτε βαθμού (και εις τους ψάλτας επομένως) να συμπεριφερθή υβριστικώς και ανευλαβώς προς Επίσκοπον. Ο δε επόμενος (56ος) επιβάλλει σεβασμόν προς πάντα Πρεσβύτερον και Διάκονον. Είναι πρόδηλον ότι ο Κανών ούτος, δια της φράσεως «εί τις Κληρικός υβρίσει Πρεσβύτερον ή Διάκονον αφοριζέσθω», αναφέρεται μάλλον εις τους κατωτέρους Κληρικούς (Αναγνώστας, Ψάλτας κ.τ.λ.), οίτινες οφείλουσι σεβασμόν πρός τους έσω του Βήματος Κληρικούς, Πρεσβυτέρους και Διακόνους. Έστω λοιπόν προς γνώσιν των ψαλτών των εν τω Ναώ υπηρετούντων, ότι δεν είναι «κανονικόν» να απολείπει αυτούς η διάκρισις και ο σεβασμός προς Διακόνους και Πρεσβυτέρους, και ότι ουδαμώς συμβιβάζονται προς την κανονικήν τάξιν της Εκκλησίας διαπληκτισμοί και φιλονικίαι μετά των ιερουργούντων εν γένει εν τη Εκκλησία. Και η παρακοή απλώς προς τους Πρεσβυτέρους της Εκκλησίας (είτε Προϊσταμένους, είτε λειτουργούς), ακόμη και προς τους Διακόνους, επιτιμάται υπό των Κανόνων ως ανευλάβεια.

3.- Οι ιεροί Κανόνες δεν παραλείπωσι να ρυθμίσωσι και τας έναντι των πολιτικών αρχόντων υποχρεώσεις των εν τω Ναώ υπηρετούντων. Σχετικώς ο 84ος Αποστολικός Κανών λέγει: «Ει τις υβρίσει Βασιλέα ή Άρχοντα ...Κληρικός καθαιρείσθω». Το νόημα του Κανόνος τούτου είναι ευρύτερον παρ' ότι έκ πρώτης όψεως φαίνεται. Απαιτεί κυρίως νομιμοφροσύνην από τους εν τω Ναώ υπηρετούντας, ίνα γίνονται παράδειγμα είς πάντας. Εγγύησιν νομιμοφροσύνης και υποταγής είς τα κελεύσματα των νομίμων Αρχών αξιοί ο Κανών. Εγγύησιν, ώς θα ελέγομεν σήμερον, υγιών κοινωνικών φρονημάτων, θεσπίζει. Κατά το πνεύμα δηλ. τού Κανόνος τούτου, δεν έχουσι θέσιν εν τη υπηρεσία της Εκκλησίας άνθρωποι ανατρεπτικών αρχών, μή σεβόμενοι τα θεία παραγγέλματα τα καθορίζοντα: «τον Βασιλέα τιμάτε» (Α' Πετρ.2, 17), «άρχοντα του λαού σου ούκ ερείς κακώς» (Πραξ.23,5), «ού γαρ εστίν εξουσία, εί μή υπό Θεού» (Ρωμ.13,1) κλπ. Είναι λοιπόν κανονικώς απαράδεκτον να ψάλλωσι και εν γένει να υπηρετώσιν εν τη Εκκλησία πρόσωπα μή ηγγυημένης νομιμοφροσύνης.

Και εις άλλους ιερούς κανόνας απαντάται η αξίωσις, όπως οι άνθρωποι του Ναού είναι υπόδειγμα νομοταγών πολιτών. Εις τον 66ον Αποστολικόν ωσαύτως Κανόνα στίγματίζεται: «εί τις Κληρικός εν μάχη τινά κρούσας». Γνωστή βεβαίως η παραγγελία του Αποστόλου Παύλου η απαιτούσα πάντα ανώτερον Κληρικόν «μή πλήκτην» (Α' Τιμοθ. 3,3). ο δε Αποστολικός ούτος Κανών, επεκτείνων το πράγμα πρός πάντα Κληρικόν (και Κατώτερον δηλ. ώς οι Ψάλται), παραγγέλει να απέχωσιν οι άνθρωποι της Εκκλησίας πάσης αυτοδικίας. Αλλοίμονον, εάν εν τω Ναώ στεγάζωνται και εργάζονται άνθρωποι φιλόνικοι, φθάνοντες μέχρι χειροδικίας! Προνοητικώτατος ο Κανών ορίζει, όπως, όταν παρουσιασθώσι τοιαύτα συμπτώματα, αποβάλλωνται εκ της εκκλησιαστικής υπηρεσίας τα φιλόνεικα πρόσωπα , δια το αδιάβλητον της Εκκλησίας, και χάριν της εν τη Εκκλησία ειρήνης και της εν αυτή αρμονικής συνεργασίας πάντων των συνυπηρετούντων , εν οιωδήποτε βαθμώ προσώπων.
Και την εντιμότητα , τέλος, των εν τω Ναώ υπηρετούντων απαιτούσιν οι Ιεροί Κανόνες. Ενδεικτικώς δε αναφέρωμεν τον 72ον Αποστολικόν Κανόνα, όστις επιτιμά τους εκ του υπηρετικού προσωπικού του Ναού (Κληρικούς ή και λαϊκούς) αφαιρούντας και ιδιοποιουμένους υλικά πράγματα ανήκοντα εις τον Ναόν. Είναι φανερόν ότι, κατά το πνεύμα του Κανόνος τούτου, οι εν τω Ναώ υπηρετούντες οφείλουσι να είναι κατά πάντα έντιμοι και ακέραιοι άνθρωποι , ανώτεροι και της παραμικράς υποψίας δια την ειλικρίνειαν και την ευθύτητα και το άδολον αυτών.

Θαυμάζει κανείς, ομολογουμένως, περί πόσων ζητημάτων έλαβον αφορμήν να προνοήσουν οι Ιεροί Κανόνες. Πολύπλευροι κανονικαί διατάξεις ρυθμίζουσι μετ' αυθεντικού κύρους τα επισυμβαίνοντα εν τη Εκκλησία, και ανακαλούσι εις την τάξιν και εις την «κανονικήν» δεοντολογίαν τους οπωσδήποτε σφάλωντας .
Συμπληρούντες τάς επιταγάς των ιερών Κανόνων περί των ψαλτών, εφιστώμεν δια του παρόντος την προσοχήν των ασκούντων το ιερό λειτούργημα του ψάλλειν εν τη Εκκλησία επί τριών εισέτι ζητημάτων, (παραλείποντας άλλα αναφερόμεν είς καθοριζομένας ηθικάς προϋποθέσεις και υποχρεώσεις των ψαλτών, περί των οποίων αρκούμεθα ενδεικτικώς εις τα σημειωθέντα εν τοις προηγουμένοις).

1. Ρητή διάταξις του 8ου Αποστολικού Κανόνος διαλαμβάνει πεί της υποχρεώσεως πάντων των «εκ του καταλόγου του ιερατικού» δηλ. και των κατωτέρων κληρικών (και των ψαλτών επομένως), όπως μεταλαμβάνωσι τακτικώς των αχράντων Μυστηρίων. «Εί τίς (δέ) μή μεταλάβοι, την αιτίαν ειπάτω, και εάν ή εύλογος, συγγνώμης τυγχανέτω...».
Ο κανών ούτος αναφέρεται βεβαίως εις την συνεχή θείαν Κοινωνίαν, ήτις επί των Αποστολικών χρόνων και επί των ημερών των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων ήτο εν ευρυτάτη χρήσει. Οπωσδήποτε όμως θέτει το ζήτημα της συμμετοχής (των ψαλτών εν προκειμένω) εις την θείαν Κοινωνίαν, κατά το μάλλον και ήτον τακτικώς.
Θα είμεθα ευτυχείς εάν ηδυνάμεθα να βεβαιώσωμεν ότι ευρίσκει ικανήν ανταπόκρισιν ο κανών ούτος εις τους παρ' ημίν ψάλτας.
Δια τούτο προσημειώσαμεν τας ηθικάς υποχρεώσεις των ψαλτών, ίνα, προσέχοντες εις ταύτας, μή εμποδίζονται να μεταλαμβάνωσι. Και είναι ωραίο πράγματι και εποικοδομητικόν δια το εκκλησίασμα, να κατέρχεται ο ψάλτης εκ του στασιδίου του, ίνα προσέλθη εις την θείαν Κοινωνίαν. Όπως εξάλλου δίδει πολύ κακήν εντύπωσιν εις τον θρησκεύοντα λαόν ο αδιάφορος προς τα θεία μυστήρια και ξένος προς αυτά ιεροψάλτης.

2. Ωσαύτως ρητή διάταξις του 15ου Αποστολικού Κανόνος κάμνει λόγον περί των μετακινήσεων από πόλεως εις πόλιν καί από επαρχίας είς επαρχίαν (κατά πρώτον βεβαίως λόγων τών Πρεσβυτέρων καί Διακόνων, έν συνεχεία όμως και «ό λ ω ς τ ο υ κ α τ α λ ό γ ο υ τ ώ ν κ λ η ρ ι κ ώ ν», οπότε περιλαμβάνονται αφεύκτως και οι ψάλται). Είς ουδένα επιτρέπει ο κανών, ίνα «μεταστάς διατρίβη εν άλλη (επαρχία) παρά γνώμην του ιδίου Επισκόπου αυτού επανελθείν, ούχ υπήκουσεν». Είναι σαφές ότι, κατά την κανονικήν ταύτην διάταξιν, καί ο ψάλτης, ώς κληρικός, υπάγεται εις τον οικείον Επίσκοπον, είς τήν αρμοδιότητα τού οποίου υπόκειται νά επιτρέψει ή μή τήν μετάθεσιν ψάλτου είς άλλην Επαρχίαν. Ο δέ ακολουθών 16ος αποστολικός Κανών απαγορεύει είς τόν Επίσκοπον εταίρας Επαρχίας «ίνα δέξηται αυτούς ώς Κληρικούς», τούς άνευ αδείας τού οικείου Επισκόπου αποχωρήσαντας εκ τής Επαρχείας αυτού. Ρητώς δέ αναφέρεται ότι κατωχυρώνεται τοιουτοτρόπως η τάξις και η πειθαρχία εν τη Εκκλησία, αποδοκιμάζεται δε «ως διδάσκαλος αταξίας» ο τά αντίθετα επιτρέπων και ανεχόμενος υπεύθυνος εκκλησιαστικός λειτουργός.

Σκοπός τής υπομνήσεως τής κανονικής ταύτης διατάξεως είναι ουχί η δέσμευσις βεβαίως των επιθυμούντων μετάθεσιν τινά, είτε εντός της ιδίας επαρχίας είτε και εκτός αυτής, αλλ' η αποφυγή των αυθαιρεσιών εκείνων και μονομερών αποφάσεων ψαλτών τινών, οίτινες εγκαταλείπουσιν αυτοβούλως και τελεσιγραφικώς τάς θέσεις των, ίνα μεταπηδήσωσιν είς άλλας, χωρίς να προηγηθή η υπό του οικείου Επισκόπου ρύθμισης τού ζητήματος, διά τής οποίας θά αποφεύγετο οιαδήποτε ανωμαλία είς τήν λειτουργίαν των ιερών Ναών καί θά ετηρήτο ή επιβεβλημένη εκκλησιαστική ευταξία και δεοντολογία.

3. Καιρός ήδη νά γίνη λόγος καί περί τών υπό τών ιερών Κανόνων οριζομένων δικαιωμάτων των Ιεροψαλτών.
Συναφής διάταξις υπάρχει είς τον 4ον Αποστολικόν Κανόνα. Δι' αυτής καθορίζεται ότι τά προσφερόμενα υπό των πιστών «δ ή λ ο ν» (είναι αυτονόητον) ώς ο Επίσκοπος και οί Πρεσβύτεροι επιμερίσουσι τοίς Διακόνοις και τοις λοιποίς Κληρικοίς». Η ρητή αύτη μνεία τού «επιμερισμού», τ.ε. τής διανομής είς πάντας τούς έν τώ Ναώ υπηρετούντας τών προσφορών τών πιστών (ούτως ειπείν, των «τυχηρών»), είναι άξιον προσοχής ότι ειδικεύεται έτι περισσότερον είς τας λεγομένας «Διαταγάς των Αποστόλων» βιβλ. Β' κεφ. 28), ένθα, προκειμένου περί τών ψαλτών, αφ' ενός μέν αναφέρονται ούτοι ώς δικαιούχοι επί λέξει: «ω σ α ύ τ ω ς κ α ι ψ α λ τ ω δ ό ς», αφ' ετέρου δέ καθορίζεται καί τό δί αυτούς αναλογούν ποσοστόν τής διανομής, τιθεμένης ώς αρχής ίνα οί έσω τού Βήματος Κληρικοί λαμβάνωσιν έκαστος διπλάσιον μερίδιον τών έξω τού Βήματος τοιούτων.

Τέλος, ο 59ος Αποστολικός Κανών λαμβάνει πρόνοιαν διά τάς περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης τών Κληρικών έν γένει (ανωτέρων και κατωτέρων) και αξιοί στοργήν πρός τους κατωτέρους υπό τών ανωτέρων. «Εί τίς Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος τινός τών Κληρικών ενδεούς όντως, μή επιχορηγοί τα δέοντα κρίνεται αυστηρώς διά τήν αστοργίαν ταύτην, με τον βαρύτατον χαρακτηρισμόν: ως φονεύσας τον αδελφόν αυτού».

Τοιουτοτρόπως συνάπτοντες οί ιεροί Κανόνες πάντας τούς έν τώ Ναώ υπηρετούντας διά του ιερού δεσμού τής αγάπης (έν συνδυασμώ μετά τής οφειλομένης πειθαρχίας και σεβασμού, ώς προείπομεν επιθέτουσιν αρίστην κορωνίδαν, την υψίστην τών αρετών, την θεοδίδακτον αγάπην, είς την κλίμακαν τών ηθικών υποχρεώσεων καί καθηκόντων, τών βαρυνόντων τούς διακονούντας έν οιωδήποτε βαθμώ, τον Άγιον τών Αγίων εν τώ Αγίω Ναώ.

_________________
Μέγα μὲν τὸ ἀπερισπάστως προσεύχεσθαι· μεῖζον δὲ καὶ τὸ ψάλλειν ἀπερισπάστως
     

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ Π. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Ιεροί ΚανόνεςΠ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου
 
Πηγή: Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα ομιλίας  που δόθηκε την Δευτέρα 19 /10 /2009.
 
Σεβαστοί Πατέρες, Χριστεπώνυμο πλήρωμα της καθ ημάς Ορθόδοξου Εκκλησίας. Είναι σύνηθες όταν χρειαζόμαστε πνευματική τροφοδοσία, και καλά κάνουμε, να διαβάζουμε κάποια κείμενα κάποια βιβλία και να τρεφόμαστε από τα λόγια του Χριστού μας και των Αγίων Πατέρων της εκκλησίας μας.
Πολύ ωραίο είναι αυτό το πράγμα, αλλά έχω παρατηρήσει που δεν είναι σύνηθες μέσα σε αυτήν την πνευματική μας αναζήτηση για πνευματική τροφοδοσία, να ανοίξουμε καμιά φορά και να διαβάζουμε τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων.
Τι διατυπώνεται εκεί; Όπως ξέρετε πολύ καλά, διατυπώνονται δυο πράγματα, διατυπώνονται τα δόγματα της εκκλησίας μας και μάλιστα αλαθήτως δια των Οικουμενικών Συνόδων και ταυτόχρονα διατυπώνονται πώς θα γίνουν οι δρόμοι και οι τρόποι για να μπορεί αυτά τα δόγματα να γίνουν πράξη στην ζωή μας κι αν στην ζωή μας κάτι δεν πάει καλά πώς μέσα από αυτά τα δόγματα θα διορθώσουμε τα μη σωστά. Έχουμε λοιπόν στις οικουμενικές συνόδους τους όρους που είναι τα δόγματα, κι έχουμε τους κανόνες το πώς θα θεραπεύουμε αυτό που δεν πάει σωστά. Θα μου πείτε, μα άλλο πράγμα να διαβάζεις ένα κείμενο ζωντανό, όπου παίρνεις πνευματική τροφή, κι άλλο να διαβάζεις τα πρακτικά των οικουμενικών συνόδων.
Γι αυτό ακριβώς τον λόγο, για να φύγει αυτή η πόλωση από τον νου μας, αυτή τη βραδιά πολύ σύντομα θα προτείνω κι αυτήν την ουσιαστική πάρα πολύ μέθοδο πνευματικής τροφοδοσίας μέσα από τους όρους και τους κανόνες της εκκλησίας μας, και δη θα μείνω στο θέμα το πώς οι κανόνες της εκκλησίας μας θεραπεύουν. Να το τονίσω αφετηριακά χρησιμοποιώντας λόγια των πατέρων της εκκλησίας μας.
 Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέει, ομιλώντας για τους κανόνες. (Προσέξτε οι όροι είναι τα δόγματα και οι κανόνες το πώς θα θεραπεύσουμε αυτό που δεν ζούμε σωστά.) Λέει «όπως αν θεραπευθεί παν αρρώστημα ψυχικόν», γι αυτό υπάρχουν οι κανόνες για να γιατρέψουμε κάθε αρρώστημα ψυχικό και παραλληλίζει την μελέτη των κανόνων και την εφαρμογή τους ως ιατρική μεθοδολογία.
Προσέξτε για να σας βοηθήσω να σας πω κάτι πολύ ουσιαστικά, λέω όροι και κανόνες, όροι είναι τα δόγματα, τα δόγματα είναι αλήθειες, αλλά τα δόγματα είναι αλήθειες οι οποίες αποκαλύπτονται από τον Θεό για να βιωθούν. Δεν αποκαλύπτονται απλώς για να γίνουν γνωστικά αντικείμενα μελέτης.
Παράδειγμα, μας αποκαλύπτει ο Θεός την αγάπη Του μέσα από το δόγμα της Αγίας Τριάδας, ασύλληπτο, μυστήριο, κι όμως το αποκαλύπτει Εκείνος, δεν το αποκαλύπτει για να πούμε ότι, ξέρετε εμείς ξέρουμε πολλά πράγματα, ξέρουμε τα δόγματα, το αποκαλύπτει για να το ζήσουμε.
Πώς θα το ζήσουμε; Το προσεγγίζουμε βέβαια το μυστήριο, ένας ο Θεός και ταυτόχρονα είναι τρεις, Πατήρ Υιός και Άγιο Πνεύμα, βλέπετε υπάρχει ενότητα, υπάρχει αγάπη, και ταυτόχρονα υπάρχει η ελευθερία και η διάκριση του προσώπου. Να λοιπόν τι μαθαίνουμε από το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ενότητα και αγάπη, αλλά ταυτόχρονα πρόσωπο.
Αυτό στην ζωή μας πώς εφαρμόζεται; Πάρτε μια οικογένεια ένα μοναστήρι, απαραίτητο είναι να λειτουργήσουν ως κοινόβια, να υπάρχει ενότητα και αγάπη, αλλά ταυτόχρονα όλοι που μετέχουν σε αυτό το κοινόβιο θα έχουν την προσωπική τους ελευθερία, που δε θα καταπατηθεί και δε θα εξοντωθεί. Άνθρωποι χωρίς πρόσωπο δεν είναι άνθρωποι. Έρχεται λοιπόν εδώ κανόνας όταν αυτό δε βιώνεται σωστά να το διορθώσει με κάποια θεραπευτική μέθοδο. Dεν εφαρμόζουμε το δόγμα αυτό, μας βλάπτει, γιατί δε ζούμε σωστά. Έρχεται λοιπόν ο κανόνας να πει ποια είναι η θεραπευτική μεθοδολογία, άρα μιλάμε για κάτι πολύ σπουδαίο.
Ένας από τους μεγάλους και σοφούς ερμηνευτές των κανόνων της εκκλησίας μας ο σοφός ιερομόναχος Ματθαίος Λάσκαρης σε ένα κείμενο που έγραψε, που το λέει προθεωρία του συντάγματος, των κανόνων δηλαδή, λέει το εξής: «ουκ αν τις αμαρτία κοινών προσευχών ιατρείον, νοσούντων κατάλληλα κεραννυντας». Λέει ότι αν υπάρχει αμαρτία υπάρχει και ιατρείο και μπορούμε να δώσουμε στον άρρωστο κατάλληλα φάρμακα να θεραπευτεί. Και μάλιστα μέσα στον χώρο της ανατολικής αυτοκρατορίας, τόσο πολύ κατάλαβαν το κάλλος το θεραπευτικό των κανόνων της εκκλησίας μας και των Οικουμενικών Συνόδων, που πήραν πολλοί μεγάλοι αυτοκράτορες και έκαναν τους κανόνες νόμους.
Παραδείγματος χάριν ένας κανόνας μιας νεαράς του Ιουστινιανού το 545 ορίζει τα εξής: «Θεσπίζουμε την», ορίζουμε λοιπόν, «τάξιν νόμων επέχειν τους αγίους εκκλησιαστικούς κανόνας», να είναι ως νόμοι, «τους υπό των αγίων Συνόδων εκτεθέντων και βεβαιωθέντων τουτέστι αυτοί οι κανόνες», λέει, «και τα δόγματα καθάπερ τας Θείας Γραφάς δεχόμεθα, και τους κανόνας ως νόμους συλλάβομεν».
Έρχεται λοιπόν και βλέπει ότι υπάρχει εδώ ένα φάρμακο και λέει το κράτος: «οι πολίτες μου αυτό το φάρμακο το χρειάζονται» και το κάνει νόμο. Αυτό όμως δε σημαίνει πως πρέπει να θεωρούμε ότι οι κανόνες είναι κρατικοί νόμοι και υπήρξε μια μικρή σύγχυση τότε και έρχεται ένας μεγάλος Άγιος της εκκλησίας μας ο Άγιος Ιωάννης ο Σχολαστικός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος για να ξεχωρίσει αυτή την σύγχυση που με καλή διάθεση οι αυτοκράτορες θα έβαλαν, αλλά θεωρήθηκαν ότι οι κανόνες ενώνουν το κράτος, επιβάλλονταν μέτρα βίας αστυνομίας και οποιασδήποτε εκφράσεως που εφαρμόζει το κράτος.
Για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Συναγωγή, λέει ότι οι κανόνες αποτελούν νόμους θείους όχι πολιτικούς «νόμους τινάς και κανόνας ου πολιτικούς αλλά θείους και οι θεσπίσαντες τους κανόνες απέβλεπον δι’ αυτών δια την σωτηρίαν των πλημελούντων κι όχι την τιμωρίαν διά βασάνων όπως επιβάλλουν οι πολιτικοί νόμοι, ουκ ων τω δει ώσπερ οι πολιτικοί νόμοι τους πλημελούντας οικίζεσθε» δεν πρέπει να τιμωρούνται όπως οι πολιτικοί νόμοι.
Η διαφορά μεταξύ των ιερών κανόνων και των κρατικών είναι λοιπόν σαφής και η μικρή σύγχυση που επήλθε ξεκαθαρίζεται ξεκινώντας από τον Ιωάννη τον Σχολαστικό και από άλλους πατέρες και έτσι η διδασκαλία του Ιωάννου του Σχολαστικού είναι καθοριστική για να καταλάβουμε τους κανόνες. Είναι λοιπόν οι κανόνες εφαρμογή των δογμάτων, κι αν εφαρμόζουν τα δόγματα πρέπει να θεραπεύσουν.
Θα διαβάσω δύο κομμάτια από το γεροντικό της εκκλησίας μας, γιατί υπάρχουν δύο πράγματα σε μια θεραπευτική. Υπάρχει μια πληγή που γιατρεύεται εάν έχουμε έναν καρκίνο έρχεται ο χειρούργος κόβει τον καρκίνο μας θεραπεύει. Ο καρκίνος έφυγε αλλά η πληγή παραμένει ανοιχτή και θέλει κάποιους μήνες ή χρόνια για να κλείσει. Άλλο λοιπόν το ότι ο Θεός συγχώρεσε τώρα, αν έχουμε μετάνοια, και ο καρκίνος έφυγε και άλλο πως επειδή ακριβώς υπάρχουν πληγές ανοιχτές πρέπει να εφαρμοσθούν και θεραπευτικές μέθοδοι μακροχρόνιες πολλές φορές ή βραχυχρόνιες που είναι τα επιτίμια της εκκλησίας μας.
Ακούστε μια ιστορία από τον Αββά Ποιμένα: Αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα λέγων: «εποίησα αμαρτίαν μεγάλην και θέλω μετανοήσαι τρία έτη», έκανα αμαρτία και θέλω τρία έτη να μετανιώσω, «λέγει σ’ αυτώ ο αβάς: «πολύ είναι», λέει, κι είπε ο αδελφός: «άντε ως ένα χρόνο να μετανιώσω» κι είπε ο γέρων: «πολύ είναι», οι δε παρόντες γύρω από τον γέροντα έλεγαν, «άντε έως τεσσαράκοντα ημερών» και πάλιν είπε ο γέροντας: «πολύ είναι», είπε δε ο γέρων: «εγώ λέγω ότι εάν μετανοήσει ο άνθρωπος απ’ όλην την καρδίαν του και απ’ όλην την διάνοιά του γι αυτό που έκανε, τότε ο Θεός και πολύ μέσα σε τρεις μέρες τον δέχεται, και πολύ είναι», λέει, ο αββάς Ποιμήν το είπε αυτό.
 Και σε κάποιο άλλο σημείο ο αββάς Σισώης πάλι του γεροντικού λέει κάτι αντίστοιχο, «ηρώτησαν τον αββά Σισώην λέγοντες, αν τις αδελφός ου χρείαν έχει μετανοήσαι εν εαυτώ, μήπως χρειάζεται έναν χρόνο για να μετανιώσει; Ο δε είπε ο αββάς Σισώης είναι σκληρός αυτός ο λόγος, αφού δ’ απεκρίθη ομοίως εις ερωτήσεις: 6 μήνες; 40 μέρες; Πόσο;» Κατέληξε και είπε ο αββάς Σισώης: «πιστεύω ότι τω Θεώ ολοψύχως εάν μετανοήσει ο τούτος και εις 3 ημέρας δέχεται αυτόν ο Θεός και πολύ είναι πάλι λέω» αυτό σημαίνει ο Θεός συγχωρεί τους μετανοούντας το ξέρετε όλοι, αλλά η θεραπευτική αγωγή κατά τα μέτρα της Αρρώστιας θέλει κάποιο χρόνο.
Έτσι λοιπόν οι κανόνες της εκκλησίας διαπιστώνουν τι συμβαίνει, τι αρρώστια υπάρχει μέσα στο σώμα της εκκλησίας κατά τα ανθρώπινα μεγέθη πως θα θεραπευθεί το όργανο το οποίο βλάπτεται. Είναι άρρωστο το στομάχι, έχει μια αρρώστια, η ιατρική θεραπεύει και όλο το στομάχι αλλά θεραπεύει χωριστά και τα κάθε κύτταρα όλο λοιπόν το σώμα της εκκλησίας εκεί που αρρώστησε να θεραπευθεί και το κάθε κύτταρο που είμαστε εμείς να θεραπευθούμε να λοιπόν η πρώτη βασική και αφετεριακή θεραπευτική πρακτική των κανόνων.
Η θεραπευτική, καμία σχέση με τιμωρία, αλλά με ιστορίες θάρρους. Αλλά μελετώντας τα δόγματα της εκκλησίας μας, τους όρους, μαθαίνουμε την αλήθεια του Χριστού μας, μαθαίνουμε πώς να την εφαρμόσουμε κι αν κάνουμε λάθος και δεν τα εφαρμόσουμε, τότε να εφαρμόσουμε θεραπευτική.
Θα κάνουμε τώρα το εξής θα σας δώσω ένα μικρό εργαστηριακό υπόδειγμα. Έχω μπροστά μου τις γνωστές Οικουμενικές Συνόδους, δε μπορώ φυσικά στα επόμενα λίγα λεπτά που έχω μπροστά μου να τις μελετήσω όλες. Θα πάρω επιλεκτικά μερικές από αυτές και θα πάρω μερικούς κανόνες και θα σας δείξω εργαστηριακά, πώς ας πούμε, η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ασχολείται με αυτά τα θέματα και πώς οι κανόνες που έβγαλε είχαν σχέση το πώς αυτό το δόγμα θα εδραιωθεί στην ζωή μας.
Να αρχίσω να λέω παραδείγματα. Παίρνω την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Εκεί από ό,τι ξέρετε όλοι, μελετήθηκαν από τους πατέρες τα μεγάλα τριαδολογικά θέματα, για την Αγία Τριάδα. Υπήρχαν αιρέσεις υπήρχε ο αρειανισμός και τα μελέτησαν. Το είπα πριν από λίγο, η ενότητα και η διάκριση και αυτό το εφάρμοσα πριν από λίγο στην ζωή μας. Τι σχέση έχει τώρα με αυτό ο τρίτος κανόνας; (και δεν έκανε και πολλούς, 20 κανόνες έκανε περίπου η Α’ Οικουμενική Σύνοδος) μέσα σε αυτούς τους είκοσι που υπάρχουν δεκάδες θέματα;
 Ο 3ος κανόνας ομιλεί για ένα λάθος τρόπο ζωής, τότε υπήρχαν οι λεγόμενοι «συνείσακτοι», κάποιες γυναίκες που πήγαιναν και ζούσαν σε κάποιους χώρους, που δε λέω ότι ήταν αμαρτωλή η πράξη που έκαναν, αλλά επειδή δεν μετείχαν σε μια κοινότητα, σε μια οικογένεια ας πούμε, ή σ’ ένα μοναστήρι, διέσπασαν την ενότητα. Βλέπετε η οικογένεια είναι κοινότητα. Το μοναστήρι είναι κοινόβιο. Ποιος ο σκοπός τους; Να πάμε στον Χριστό. Πώς θα πάμε; Δια της αγάπης, δια της ταπεινώσεως, ότι κάνει μια γιατρειά. Αν διασπασθεί αυτή η ενότητα χρειάζεται θεραπεία. Παίρνει λοιπόν η Α’ Οικουμενική Σύνοδος το θέμα των συνεισάκτων και το διατυπώνει τριαδολογικά, ότι δεν λέει η ψυχολογία. Είναι κακό να είναι οι γυναίκες αυτές εκεί πέρα μέσα, και μπορεί να μην έκαναν και τίποτα κακό, αλλά σπάζει την ενότητα, παρέα σ’ ένα χώρο. Και τότε το απαγορεύει για λόγους θεραπευτικούς εφαρμόζοντας την τριαδολογία.
Ένας άλλος κανόνας, ο 4ος κανόνας λέει ότι για να χειροτονηθεί κάποιος επίσκοπος, πρέπει να υπάρχουν τρεις επίσκοποι να τον χειροτονήσουν, απόλυτη τριαδολογία. Του έλεγαν, ένας επίσκοπος λέει τυγχάνει να το μεταδώσει για να γίνει επίσκοπος, λέει όχι, τρεις επίσκοποι, ακριβώς η εφαρμογή της τριαδολογίας στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο.
Και φυσικά ένας άλλος κανόνας πολύ γνωστός βέβαια, ο κανών 15 που λέει ένας κληρικός δε μπορεί να μεταβαίνει από μια εκκλησία σε μια άλλη εκκλησία. Είσαι σε μία ενορία, κάνεις αυτό που κάνεις, αυτά είναι τα όρια σου, δε μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στην πλαϊνή ενορία. Εδώ εφαρμόζεται το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχει σύγχυση, ο Πατήρ είναι Πατήρ ο Υιός είναι Υιός, και το Άγιο το Πνεύμα είναι το Άγιο Πνεύμα.
Πώς υπάρχει ο Πατήρ; Υπάρχει αγεννήτως, υπάρχει ο Υιός γεννητώς, το Άγιο Πνεύμα υπάρχει εκπορευτώς. Υπάρχει λοιπόν μια διάκριση. Αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί, η ευθύνη σου είναι εδώ σε αυτά τα όρια, δε μπορεί να πας παρακάτω να κάνεις ένα γάμο ένα μυστήριο χωρίς την άδεια του Επισκόπου, του εφημερίου του εκεί, γιατί θα πει ότι είσαι καλύτερος από τους άλλους. Στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει καλύτερος ή χειρότερος, δεν υπάρχει ποιος κάνει καλύτερα, υπάρχει αλληλοπεριχώρηση, υπάρχει ταπείνωση, υπάρχει αγάπη.
 Το 325 για να μην καταστρατηγηθεί μέσα στο σώμα της Εκκλησίας στην εκκλησολογία μας, το τριαδολογικό δόγμα, δεν επιτρέπετο σε ιεράρχη (κι ας είναι άγιος, κι ας είναι προορατικός), να πάει να κάνει ένα μυστήριο παρακάτω χωρίς την άδεια του εκεί επισκόπου, για να μην νομίσει ότι είναι σπουδαίος κι είναι καλύτερος από τους άλλους.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον τελευταίο κανόνα της Α’ Οικουμενικής Συνόδου τον εικοστό, που λέει κάτι πρακτικό: Λέει ότι δεν πρέπει τις Κυριακές και την περίοδο της Πεντηκοστής να γονατίζουμε. Αυτό είναι πολύ πρακτικό. Η εκκλησία είναι σώμα, κι ο καθένας δεν κάνει ότι θέλει. Κι όταν λέει η εκκλησία να νηστεύουμε Τετάρτη και Παρασκευή λειτουργούμε ως σώμα. Δε θα πεις εγώ θα νηστεύω Τρίτη, Πέμπτη. Λειτουργείται το σώμα η ενότητα η τριαδολογική του δόγματος της Αγίας Τριάδας. Θα πεις: εγώ έχω ευσέβεια, τώρα γίνεται λειτουργία είναι τα «σα εκ των σων» θέλω να γονατίσω και να κλάψω. Ο κανόνας λέει όχι, ξέρω ότι είσαι ευσεβής «μη κλίνει γόνυ την Κυριακή και την Πεντηκοστή». Ως τώρα αν το ακούγατε αυτό ίσως θα θεωρούσατε ότι είναι μια ιδιοτροπία, μια ηθικιστική αντίληψη. Καθόλου! Είναι πρακτική εφαρμογή του δόγματος, γιατί σ’ αυτό τον χώρο που λέγεται εκκλησία δεν κάνεις ό,τι θέλεις.
Να πάμε πάλι δειγματοληπτικά στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο όπου συνεχίστηκαν τα θέματα τα τριαδολογικά, αλλά μπήκαν και τα πιο έντονα εκκλησιολογικά. Να σκεφθείτε ότι οι τελευταίες γραμμές του συμβόλου της πίστεώς μας «εις μιαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν εκκλησίαν» προσετέθηκαν τότε στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο γιατί ήλθαν να λύσουν πολλά προβλήματα εκκλησιαστικά.
Να ένα, ο τρίτος κανόνας της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, που λέει για τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, όχι τα πρεσβεία τιμής, στα άλλα πατριαρχεία, μετά τον της Ρώμης επίσκοπον. Τα πρεσβεία τιμής είναι μια τριαδολογία, ένας επίσκοπος δεν είναι καλύτερος από τον άλλον. Δεν υπάρχει πρεσβείο υπεροχής ή εγωισμού. Υπάρχει πρεσβείο τιμής, αλλά κανείς δεν είναι καλύτερος από τον άλλον. Διατηρεί την τριαδολογία ή λέει στον κανόνα 6 πόσο κακό πράγμα είναι κάποιος να κατηγορεί τον επίσκοπο της περιοχής του. Πόσο κακό πράγμα είναι. Αν είναι λέει κάτι το οποίο υπάρχει, θα εφαρμόσεις τον λόγο του κατά Ματθαίον ευαγγελίου του Χριστού μας: “ειπέ τη εκκλησία”.
Αλλά δε μπορείς εσύ να σηκώνεις κεφάλι και να κάνεις τον έξυπνο και να διασπάς την ενότητα της εκκλησίας, γιατί την ώρα που κατηγορείς ευκαίρως - ακαίρως τον επίσκοπο κι αν έχεις κάτι να του πεις, πες το «τη εκκλησία», (στο αρμόδιο όργανο της εκκλησίας όπου πρέπει να το πεις). Διαφορετικά διασπάς την ενότητα, γιατί ο επίσκοπος εκφράζει την ενότητα της εκκλησίας μας ως ορατό σημείο της παρουσίας του Χριστού μας. Βλέπετε; Εφαρμογή δογμάτων είναι αυτό.
Ή πάλι να πάμε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, όπου εκεί έχουμε τα πολύ μεγάλα θέματα τα χριστολογικά. Πώς ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση, ασυγχύτως, αδιαιρέτως; πάρχουν όρια εκεί. Έρχεται το θείο με το ανθρώπινο και το ανθρώπινο δεν εξαφανίζεται, δεν λιώνει εμπρός στην παρουσία του Θεού. Ασυγχύτως και αδιαιρέτως, λέει ο 3ος κανόνας, μιλάει για τους κληρικούς ή τους μοναχούς οι οποίοι δεν πρέπει να αναλαμβάνουνε ποτέ κοσμικές φροντίδες, να συσχηματισθούν με πράγματα του κόσμου, να κάνουν εμπόριο, να κάνουν αγοραπωλησίες, να διαχειρίζονται κτήματα, γιατί το έργο τους είναι διακονικό. Προσέξτε ακόμα και οι Λευίτες στην Παλαιά Διαθήκη δεν είχανε κλήρο, δεν είχανε δική τους γη, απλώς ήταν να λειτουργούν τον Θεό. Μια εξαίρεση δίνει ο κανόνας: Αν υπάρχουν ορφανά, πρέπει τότε ο εκεί επίσκοπος, ο εφημέριος ή ο μοναχός στην περιοχή που βρίσκεται το ορφανό, να κοιτάξει μην του κλέψουν την περιουσία για να μην αδικηθεί. Απαραίτητο είναι τότε να αναλάβει αυτή την κοσμική ευθύνη, από φιλανθρωπία. Βλέπετε εφαρμογή του χριστολογικού δόγματος.
Το ίδιο πράγμα λέει ο 7ος κανόνας. Μπορεί να σας φανεί παράδοξο, «κληρικός ή μοναχός μη στρατευέστω». Το ξέρουμε αυτό, να μην πηγαίνει στον στρατό. Όχι γιατί κρίνει ή δεν κρίνει τον στρατό, άλλο είναι το διακόνημά του, γιατί όταν πάει στον στρατό θα έχεις και εχθρούς, είσαι με μια μερίδα και η εκκλησία δεν είναι με καμία μερίδα. Η εκκλησία είναι με όλους και αγαπάει τους πάντες. Κι ο Χριστός πεθαίνει γι αυτούς που τον σταυρώνουνε. Σοφός ο κανόνας και δεν γίνεται σύγχυση πολύ μεγάλων πραγμάτων. Σύγχυση του ήθους της εκκλησίας μας με το κράτος που αγαπούμε. Δε γίνεται σύγχυση με τίποτα και δεν υπάρχει ποτέ εχθρός σε αυτήν την ιστορία.
Κατά την ίδια έννοια υπάρχει κάτι που δεν το φανταζόμαστε. Ο κανόνας 11 λέει ότι πρέπει να δίνονται ειρηνικές επιστολές. Τι είναι αυτές οι επιστολές; Είναι πολύ απλό. Υπάρχει εδώ στην ενορία ένας φτωχός και ζητάει φαγητό. Κάνετε ό,τι μπορείτε αλλά δεν καλύπτεσθε και λέτε: «να με βοηθήσει και η πλαϊνή ενορία»; Για να μη γίνει αυτός περιπλανώμενος ζήτουλας και σπάσει την ενότητα της ενορίας, προσέξετε τώρα, μπορεί να πάει πλάι να ζητήσει, αφού εδώ του δώσουνε ένα χαρτί που λέγεται: «Ειρηνική Επιστολή». Και ασχολείται με αυτό το θέμα, η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος που λύνει το θέμα το χριστολογικό.
Αντιμετωπίζει μια τρομερή αίρεση και για να παραμείνει το κάλλος του προσώπου του φτωχού, που για να μη γίνει περιπλανώμενος ζήτουλας, και να έχει κάλλος, σεβασμό, στο πρόσωπό του, να πει «έχω ανάγκη», να πει ο παππούλης: «Τόσο μπορώ, πάρε αυτή την επιστολή, που λέγεται ειρηνική επιστολή να έχεις αξιοπρέπεια», Να μη συγχυστεί το πρόσωπο του φτωχού με την φτώχια του.

Έμμηνος ρύση και συνέπειες της Πτώσης

Έμμηνος ρύση και συνέπειες της Πτώσης
Όλα εκείνα που έχουν ακουστεί κατά καιρούς, σχετικά με το θέμα της εμμήνου ρύσης των γυναικών αλλά και με όσα αυτό συνεπάγεται, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να ξεκαθαριστούν τα πράγματα στη συνείδηση των πιστών Χριστιανών και να καταρριφθούν οι μύθοι και οι ανακρίβειες, οι οποίες άλλοτε προκατασκευασμένες και άλλοτε από άγνοια δομημένες, επιφέρουν σύγχυση και αμαρτίες στο Ποίμνιο της Αγίας μας Ορθοδοξίας. Ο Ίδιος ο Κύριος μας Προτρέπει να δείχνουμε Πραγματικό Ενδιαφέρον για τις Ιερές Αλήθειες της Αγίας μας Πίστης, καθώς Εμπεριέχουν όλη Εκείνη τη Γνώση που οδηγεί στην αιώνια Ζωή, αυτή που έχει ετοιμαστεί για όσους ακολουθήσουν στην εδώ προσωρινή ζωή τα Ίχνη και τη Θεία Διδασκαλία Του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Κάποιοι άνθρωποι φθάνουν στο σημείο να αμφισβητούν τους Ιερούς Κανόνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, με το πρόσχημα ότι δεν προέρχονται από τον Ίδιο τον Κύριο αλλά γράφτηκαν από ανθρώπους. Πραγματικά η άποψη αυτή εγκυμονεί μία τόσο μεγάλη Πλάνη, με τους υποστηρικτές της να οικοδομούν τα θεμέλια της Αίρεσης. Κι αυτό διότι ο Ίδιος ο Κύριος μας αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα Στείλει ο Πατέρας στο Όνομά Μου, Εκείνος θα σας Διδάξει και θα σας Υπενθυμίσει όλα όσα σας Έχω Πει» (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο 14, Εδάφιο 26).
Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι το Θέλημα του Κυρίου, από την Αγία Ημέρα της Πεντηκοστής (κατά την Οποία είχαμε την Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αγίους Αποστόλους) και μετά, Εκφράζεται δια μέσου των Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Επομένως οι Άγιοι της Πίστεώς μας, που διακρίθηκαν για τον Θεοπρεπή Βίο τους και τα αμέτρητα Θαύματα που εποίησαν και ποιούν ανά τους αιώνες, συνέγραψαν με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος τους Θεόδοτους Ιερούς Κανόνες Της και αποτέλεσαν «το Στόμα του Θεού μέσα στον κόσμο».
Έτσι όταν το Άγιο Πνεύμα δια μέσου των Αγίων Νομοθετεί, δεν θα πρέπει να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία από μέρους μας, ότι από τη στιγμή που θα ακολουθήσουμε τους Νόμους Του μπορεί να πράξουμε κάτι λιγότερο από το Θέλημα του Θεού. Πολύ απλά διότι το Άγιο Πνεύμα είναι ο Ίδιος ο Θεός, το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Οποίο περιέχει από Μόνο Του ολόκληρη την Ουσία της Τριαδικής Θεότητας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Πατέρα, το Πρώτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Οποίο και Αυτό περιέχει από Μόνο Του ολόκληρη την Ουσία της Τριαδικής Θεότητας. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με τον Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Όλα τα παραπάνω αναφέρθηκαν για να αποδειχθεί, ότι από τη στιγμή που το Άγιο Πνεύμα δια μέσου των Αγίων Πατέρων, Ορίζει σαφέστατα ότι απαγορεύεται η γυναίκα να εισέλθει στον Ιερό Ναό κατά τις ημέρες της εμμήνου ρύσης της, αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα δεν είναι δυνατό να Εκκλησιάζεται κάθε μέρα. Αντιθέτως μάλιστα, εάν εκείνη αδιαφορήσει για τον Ιερό αυτό Κανόνα του Θεού, τότε διαπράττει την αμαρτία, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρκετά σοβαρή διότι αφορά την απευθείας Σχέση της με τον Θεό και κατ’επέκταση με όσα αφορούν τον Οίκο Του, τις Ιερές Του Ακολουθίες και τα Ιερά Μυστήριά Του.
Τι ακριβώς όμως Ορίζει ο Θεός στη συγκεκριμένη περίπτωση;
Από την Παλαιά Διαθήκη ακόμα, ο Νόμος του Θεού Ορίζει σαφώς ότι «η γυναίκα είναι ακάθαρτη κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης της» (Λευϊτικόν , Κεφάλαιο 15, Εδάφιο 19-33).
Στην μετά Χριστόν εποχή, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας ο Ομολογητής, στον 2ο Ιερό Κανόνα του ορίζει ακριβώς τα εξής: «Δεν επιτρέπεται μία γυναίκα να εισέρχεται στην Εκκλησία και ούτε να αγγίζει τίποτα από τα Άγια, κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης της. Η αιμορροούσα μπορεί να πηγαίνει ως τον Πρόναο της Εκκλησίας και να προσεύχεται, όπως η γυναίκα που είχε ρεύση αίματος, τόλμησε να αγγίξει μόνο το κάτω μέρος του ρούχου του Χριστού για να γιατρευτεί».
Το ίδιο ακριβώς διδάσκει και στον 17ο Ιερό Κανόνα του ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής, όπως επίσης και ο Άγιος Τιμόθεος ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.
Τα ίδια φυσικά αναφέρονται και στο «Ιερό Πηδάλιο», στο Κολοσσιαίο αυτό Βιβλίο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, το Οποίο περιέχει όλους τους Ιερούς Κανόνες της Αγίας μας Πίστης και αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο Βιβλίο της Χριστιανοσύνης, μετά από την Αγία Γραφή. Στο ευρετήριο του συγκεκριμένου Βιβλίου, η έμμηνος ρύση αναφέρεται ως «καταμήνια» (επειδή συμβαίνει μία φορά περίπου κατά τη διάρκεια του μήνα).
Ένας από τους μεγαλύτερους Ιεροκήρυκες της Ορθοδοξίας μας στον 20ο αιώνα, ο αείμνηστος Δημήτριος Παναγόπουλος, αναφερόμενος σε μία από τις ομιλίες του στους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας σχετικά με το θέμα αυτό, είπε τα εξής: «Τις ημέρες αυτές η γυναίκα είναι ακάθαρτη, είτε θέλει να το καταλάβει είτε όχι. Ούτε και οι Καλόγριες δεν κάνει τότε να μπαίνουν μέσα στην Εκκλησία, όλες έξω πρέπει να είναι. Ο Άγιος Νεκτάριος, όταν Μοναχές ή απλές κυρίες πήγαιναν να του φιλήσουν το χέρι ενώ ήταν αδιάθετες, έκανε πίσω το χέρι του για να τους δείξει ότι πρέπει να προσέχουν αυτές τις ημέρες».
Μετά από όλα αυτά θέλω να επισημάνω ακόμη ότι κατά τις ημέρες εκείνες, η γυναίκα φυσικά ούτε παντρεύεται, ούτε Μεταλαμβάνει, αλλά ούτε και συμμετέχει σε κάποιο Ιερό Μυστήριο ή Ιερή Ακολουθία της Εκκλησίας μας.
Όλα τα παραπάνω ασφαλώς ισχύουν για σαράντα ημέρες και για τη λεχώνα, έως ότου πάρει την Ιερή Ευχή της σαράντισης από την Εκκλησία, λόγω του ότι για κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη γέννα, από τα γεννητικά της όργανα ρέει ακάθαρτο αίμα.
Πριν προχωρήσω όμως παρακάτω, θεωρώ απαραίτητο να σας προειδοποιήσω ότι από μία μερίδα Ιερέων, υπάρχει πιθανότητα να ακούσετε ορισμένες «συμβιβαστικές» όσο και προσωπικές τους θεωρίες, του τύπου «εάν θέλεις να έρθεις τις ημέρες εκείνες στην Εκκλησία να έρθεις, απλά να μην προσκυνήσεις τις Εικόνες», ή «απλά να μην ανάψεις κεριά», ή κάτι ακόμα πιο συνηθισμένο στο οποίο συμφωνούν απόλυτα όλοι οι Ιερείς: «Να έρθεις αλλά να μην Μεταλάβεις».
Θέλω να πιστεύω ότι μόνο εξαιτίας της άγνοιάς τους, τολμούν ορισμένοι Ιερείς να καταπατούν τους Ιερούς Κανόνες του Αγίου Πνεύματος και να προτείνουν στους πιστούς, τρόπους για να αμαρτήσουν. Ο Απόστολος Παύλος όμως, μέσα από την Αγία Γραφή μας διδάσκει ξεκάθαρα: «Αλλά και εάν εμείς ή Άγγελος εξ ουρανού σας κηρύττει άλλο Ευαγγέλιο παρά Εκείνο, το Οποίο εμείς σας κηρύξαμε (εμείς οι Άγιοι δηλαδή), ας είναι ανάθεμα (ας είναι αφορισμένος από το Σώμα της Εκκλησίας, αποκομμένος)» (Προς Γαλάτας Επιστολή Παύλου, Κεφάλαιο 1, Εδάφιο 8).
Αυτό σημαίνει πως οποιοσδήποτε επιχειρήσει να αναιρέσει ή να διαστρεβλώσει τα Λόγια της Αγίας Γραφής ή των Ιερών Κανόνων και Διδαχών των Αγίων της Εκκλησίας μας, τα Λόγια δηλαδή που μας Παρέδωσε το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα δια μέσου των Αγίων για τη Σωτηρία μας, ακόμη και εάν είναι Ιερέας, ακόμη και εάν είναι Άγγελος από τον ουρανό (αφού όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι, ο διάβολος πολλές φορές μετασχηματίζεται σε Άγγελο Φωτός), πρέπει να συναντήσει την απόρριψή μας (και φυσικά τη διαμαρτυρία μας). Διότι ο Μόνος που κατέχει ολόκληρη την Αλήθεια και το Αλάθητο, είναι ο Θεός.
Ύστερα από όσα διαβάσατε μέχρι τώρα, πραγματικά θεωρώ απολύτως λογικό να σας γεννηθεί το εξής ερώτημα: «Καλά και για ποιον λόγο ο Τέλειος Θεός, θεωρεί κάποιες ημέρες του μήνα ακάθαρτη τη γυναίκα, από τη στιγμή που Εκείνος ο Ίδιος την Έπλασε έτσι και από τη στιγμή που η Αγία μας Εκκλησία αλλά και η Επιστήμη θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό το συγκεκριμένο γεγονός (της εμμήνου ρύσης), αφού δίχως αυτό δεν θα ήταν δυνατή η σύλληψη του παιδιού από την γυναίκα και επομένως δεν θα ήταν εφικτή και η διαιώνιση του ανθρώπινου γένους;»
Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κρίνω σκόπιμο να συμπεριλάβω στα γραφόμενά μου μία απαραίτητη διευκρίνηση, η οποία θα μας βοηθήσει πολύ στη συνέχεια. Άλλο πράγμα είναι το Θεάρεστο, άλλο πράγμα είναι το φυσιολογικό και άλλο πράγμα είναι το καθαρό (ή το ακάθαρτο). Αυτές τις έννοιες δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να τις συγχέουμε.
Τι εννοώ όμως με αυτό; Όσοι έχουν μελετήσει και ασχοληθεί σοβαρά με την Αγία μας Ορθοδοξία, γνωρίζουν ασφαλώς την Αλήθεια. «Γνωρίστε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας Ελευθερώσει» μας Διδάσκει ο Κύριος. Ο Κύριος και Θεός μας λοιπόν, ουδέποτε έπλασε τη γυναίκα με σκοπό να εμφανίζεται ακάθαρτη για κάποιες ημέρες του μήνα.
Όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, «η έμμηνος ρύση, με τη σημερινή της μορφή, είναι μία μεταπτωτική κατάσταση που συνέβη στη γυναίκα, ως αποτέλεσμα και συνέπεια της Πτώσης των πρωτοπλάστων (στην αμαρτία) μέσα στον Παράδεισο».
Τα σημαντικότερα αποτελέσματα (συνέπειες) της Πτώσης αυτής, μας τα αναφέρει η Αγία Γραφή στη «Γένεση», όταν ο Ίδιος ο Θεός τα ανακοινώνει στους πρωτόπλαστους. Στον Αδάμ αναφέρει ότι από εδώ και στο εξής «με λύπες (με κόπο και ιδρώτα δηλαδή) θα τρως τους καρπούς της γης όλες τις ημέρες της ζωής σου» (Γένεση, Κεφάλαιο 3, Εδάφιο 17), ενώ στην Εύα είπε πως «θα γεννάς με λύπες (με κόπο και με πόνους) παιδιά ... και ο άνδρας σου θα σε εξουσιάζει» (Γένεση, Κεφάλαιο 3, Εδάφιο 16). Αυτά φυσικά ίσχυαν, ισχύουν και θα ισχύουν μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, αφού αν και αποτελέσματα της αμαρτίας δεν παύουν να αποτελούν Θείες Παραχωρήσεις, τις Οποίες περιμένει από τον μεταπτωτικό άνθρωπο ο Θεός να τις αντιμετωπίσει με Πίστη, Υπακοή και Υπομονή, χωρίς γογγυσμούς και αποστροφές, έτσι ώστε να οδηγήσει τη ζωή του σε μονοπάτια Σωτηρίας και ομαλής διαβίωσης.
Παράλληλα όμως με αυτά υπήρξαν και άλλα αποτελέσματα από την Πτώση, ένα από τα οποία είναι και η έμμηνος ρύση με τη σημερινή της μορφή. Να αναφέρω επίσης ότι αποτέλεσμα της Πτώσης αυτής είναι και ο σωματικός θάνατος, ο οποίος ανακοινώθηκε από τον Θεό πως θα συμβεί στους πρωτόπλαστους «εάν εκείνοι θα έτρωγαν από τον καρπό του δένδρου εκείνου». Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι ούτε ο σωματικός θάνατος υπήρχε πριν από την Πτώση, διότι ο άνθρωπος δεν πλάστηκε από τον Θεό για να πεθάνει αλλά για να ζει κοντά Του αιώνια. Αυτήν την Υπόσχεση του Θεού Κατέβηκε ο Ίδιος για να την Επαναφέρει, με το Κήρυγμα, τα Πάθη, την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, Διδάσκοντας ότι «εκείνος που θα με πιστέψει και θα με ακολουθήσει μέχρι τέλους, θα έχει ζωή αιώνια». Έρχομαι λοιπόν τώρα να εξηγήσω, για ποιον λόγο ανέφερα προηγουμένως ότι άλλο είναι το Θεάρεστο, άλλο το φυσιολογικό και άλλο το καθαρό (ή το ακάθαρτο).
Το ο,τιδήποτε έγινε, γίνεται ή πρόκειται να γίνει στο μέλλον σε ολόκληρο τον κόσμο, είτε το Θέλει ο Θεός είτε το Επιτρέπει, πάντα όμως με το Βλέμμα Του στραμμένο στη Σωτηρία της ψυχής όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται ότι η ανθρώπινη λογική (και κριτική), μπροστά στην Ασύλληπτη Λογική του Τέλειου Θεού, δεν μπορεί καν να σταθεί, αφού εάν θελήσει πραγματικά να συγκριθεί μαζί Της θα βρεθεί επιεικώς εκτεθειμένη.
Έτσι λοιπόν, η έμμηνος ρύση με τη σημερινή της μορφή δεν είναι κάτι το Θεάρεστο, αφού εάν τελικά το ανθρώπινο γένος παρέμενε μέσα στον Παράδεισο και φυσικά κοντά στον Θεό, σε καμία περίπτωση δεν θα υπήρχε ροή ακάθαρτου αίματος από τη γυναίκα, εφόσον δεν θα είχε υποπέσει σε αμαρτία και επομένως δεν θα είχε καμία μεταπτωτική συνέπεια. Ας μην ξεχνάμε ότι στον Παράδεισο οι πρωτόπλαστοι ζούσαν όπως οι Άγγελοι, έξω και πέρα από κάθε μορφής πνευματική ή σωματική αμαρτία.
Η έμμηνος ρύση όμως με τη σημερινή της μορφή είναι κάτι το φυσιολογικό για την μεταπτωτική γυναίκα, το οποίο αν και πάντα θα παραμένει ένα από τα αποτελέσματα και μία ανάμνηση του προπατορικού αμαρτήματος, εντούτοις εξυπηρετεί την Εντολή Του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», την Οποία έδωσε στους πρωτοπλάστους ενώ αυτοί βρίσκονταν ακόμα μέσα στον Παράδεισο.
Τέλος, η έμμηνος ρύση με τη σημερινή της μορφή δεν είναι σίγουρα κάτι το καθαρό, αλλά κάτι το ακάθαρτο. Σε αυτό που γράφω συμφωνούν Εκκλησία και Επιστήμη, οι οποίες μάλιστα αμφότερες απαγορεύουν την ερωτική επαφή κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης, αφού ο κίνδυνος για τη μετάδοση μικροβίων και νοσημάτων είναι κάτι παραπάνω από ορατός («ακόμα και στο παιδί που μπορεί να συλληφθεί, υπάρχει κίνδυνος ασθένειας», μας επισημαίνουν αιώνες τώρα οι Άγιοι της Εκκλησίας μας).
Εύκολα λοιπόν γίνεται αντιληπτό πως ούτε ο σωματικός θάνατος αποτελεί Θεάρεστο γεγονός, αλλά όπως μας διαβεβαιώνουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, «ο σωματικός θάνατος που ήρθε ως συνέπεια της Πτώσης (στην αμαρτία) του ανθρώπου, επετράπη από τον Θεό για να μην γίνει το κακό αθάνατο στη γη. Επέτρεψε λοιπόν να πεθαίνει μόνο το χωματένιο σώμα του ανθρώπου και όχι φυσικά η αθάνατη ψυχή του, στην οποία θα Δώσει αργότερα με την Κάθοδό Του στη γη την Ευκαιρία να σωθεί και να αποκαταστήσει και πάλι τη θέση της δίπλα Του, κατά την Ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του και μάλιστα μέσα σε σώμα άφθαρτο (το οποίο και ο Ίδιος Έλαβε όταν Αναστήθηκε εκ νεκρών)».
Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο όμως, ο σωματικός θάνατος είναι ένα φυσιολογικό γεγονός, ενώ παράλληλα αποτελεί ταυτόχρονα και ένα ακάθαρτο γεγονός, αφού το νεκρό σώμα μετά την απομάκρυνση της ψυχής μετατρέπεται σταδιακά σε εστία μόλυνσης. Λαμπρές Εξαιρέσεις αποτελούν κάποια Ιερά Σώματα και Λείψανα Αγίων, τα οποία με τη Χάρη του Θεού εδώ και αιώνες διατηρούνται ανέπαφα, Ευωδιάζουν και Θαυματουργούν.
Θα πρέπει εδώ να τονιστεί πως η Αγία Γραφή, που Αποτελεί το Θεμέλιο της Αγίας μας Ορθοδοξίας, Παραδέχεται ως δύο τους θανάτους που προέκυψαν από την Πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία, τον σωματικό και τον πνευματικό, αφού ο άνθρωπος που Στερείται της Χάριτος του Θεού (για παράδειγμα ο Ορθόδοξος Χριστιανός που δεν συμμετέχει στα Θεία και Ιερά Μυστήρια της Αγίας μας Εκκλησίας και δεν τηρεί το Πανάγιο Θέλημά Του), είναι Γεγονός αδιαμφισβήτητο πως πεθαίνει πλέον και πνευματικά. Ο Στερημένος της Χάριτος του Θεού, ακόμα και εάν βρίσκεται στη ζωή αυτή, είναι πνευματικά νεκρός, όπως μας Διαβεβαιώνει ο Ίδιος ο Κύριος.
Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον άνθρωπο εκείνον, που λόγω της καταδικαστικής αποφάσεως που έλαβε (μετά την αναχώρησή του από τον κόσμο αυτό) από τον Κύριο, οδηγήθηκε στα κατώτατα μέρη του Άδη και υποφέρει, όπως επίσης και για εκείνον που πρόκειται κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας να οδηγηθεί στην αιώνια κόλαση.
Συνεχίζοντας, αξίζει να αναφερθεί πως ούτε οι πόνοι της γέννας και ο κόπος της εγκύου αποτελούν ένα Θεάρεστο γεγονός, για τη μεταπτωτική γυναίκα όμως είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Ένα άλλο μεταπτωτικό γεγονός είναι και η σκληρή εργασία του ανθρώπου για την επιβίωση, όταν πλέον η γη από Παράδεισος και Κατοικητήριο του Θεού έγινε «η Εξορία του Αδάμ», το οποίο φυσικά ούτε και αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως Θεάρεστο, όσον αφορά τον αναμάρτητο πρωτόπλαστο άνθρωπο. Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο όμως είναι και Θεάρεστο και φυσιολογικό, διότι δια μέσου της σκληρής εργασίας και όταν αυτή γίνεται μέσα σε κλίμα Πίστης, Υπομονής και Δοξολογίας προς τον Θεό, ο μεταπτωτικός και αμαρτωλός πλέον άνθρωπος προκαλεί την Χάρη και την Ευλογία του Θεού, Εφόδια που θα τον Στηρίζουν και θα τον Ενδυναμώνουν αισθητά στην παρούσα ζωή, ενώ παράλληλα θα του Ανοίγουν διάπλατα τον Δρόμο για τον Παράδεισο και την αιώνια.
Το επόμενο μεταπτωτικό γεγονός είναι το «ο άνδρας σου θα σε εξουσιάζει» που Είπε ο Θεός στην Εύα. Όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες της Αγίας μας Ορθοδοξίας, αυτό το «ο άνδρας σου θα σε εξουσιάζει» (το οποίο για τον μεταπτωτικό άνθρωπο είναι και Θεάρεστο και φυσιολογικό), ειπώθηκε καθαρά για λόγους ομαλής συμβίωσης μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας.
Όπως μας αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «μέσα στην οικογένεια ο Θεός Όρισε ως κεφαλή τον άνδρα. Και αυτό γιατί σε ένα καράβι (όπως είναι η οικογένεια) δεν μπορεί ποτέ να τοποθετηθούν δύο καπετάνιοι, διότι κάποια στιγμή είναι λογικό ο ένας να θελήσει να το οδηγήσει σε ένα μέρος, ο άλλος σε άλλο μέρος, με αποτέλεσμα το καράβι να οδηγηθεί με ακρίβεια σε ναυάγιο».
Για τον λόγο λοιπόν αυτό, όπως επίσης και για το ότι «ο άνδρας ενεργεί περισσότερο με τη λογική, ενώ η γυναίκα περισσότερο με το συναίσθημα» (όπως μας διδάσκει ο Μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης), ο άνδρας Τοποθετήθηκε από τον Θεό ως κεφαλή της οικογένειας. Αυτό συνεπάγεται πως οποιαδήποτε προσπάθεια για ανατροπή αυτής της κατάστασης, αποφέρει τα δυσάρεστα αποτελέσματα που βιώνουμε όλοι καθημερινά, είτε με την αύξηση των διαζυγίων, είτε με την ύπαρξη προβληματικών οικογενειών και (φυσικά) παιδιών.
Όμως θα πρέπει εδώ να τονιστεί, ότι ο άνδρας έχει Ιερή Υποχρέωση να φέρεται όσο πιο καλά μπορεί στη σύζυγό του, να την βοηθάει όσο περισσότερο μπορεί και αντέχει σε όλα, να καταλαβαίνει, να αντιλαμβάνεται και να σέβεται τις ουσιώδεις ανάγκες της, να υποχωρεί όταν θεωρεί ότι η σύζυγος έχει δίκιο ή όταν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να αντέξει όσα μπορεί εκείνος, παραμερίζοντας τον εγωϊσμό και την υπερηφάνειά του, να ζητάει συγγνώμη όταν σφάλλει, να αισθάνεται πως μαζί της είναι ένα σώμα με δύο ψυχές (όπως ακριβώς Διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία), χωρίς ποτέ να συμπεριφέρεται ως δυνάστης και δικτάτωρ μέσα στην οικογένεια. Να προσπαθεί να μην διαταράσσει τις ισορροπίες μέσα στο Γάμο, να συζητάει τα πάντα με τη σύζυγό του, ήρεμα και νηφάλια. Όταν όμως διαπιστώνει πως το «πλοίο» κινδυνεύει, τότε ως διορισμένος εκ Θεού καπετάνιος που είναι, έχει την Ιερή Υποχρέωση συν Θεώ να το οδηγήσει υπεύθυνα στην ασφάλεια, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του.
Ορισμένοι όμως μπορεί και πάλι να αναρωτιόνται, «για ποιο λόγο ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, έχει υποστεί τόσες χιλιετηρίδες τις συνέπειες της αμαρτίας των πρωτοπλάστων, χωρίς να ευθύνονται οι υπόλοιποι άνθρωποι για αυτήν, από τη στιγμή που κάθε άνθρωπος αποτελεί μία διαφορετική και μοναδική προσωπικότητα;».
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας διδάσκουν ότι ο κάθε άνθρωπος, αν και μοναδική προσωπικότητα αποτελεί τη συνέχεια των προγόνων του, πράγμα που σημαίνει ότι ένα κομμάτι μας ήταν στη θέση των πρωτοπλάστων, τη στιγμή που διέπρατταν το προπατορικό αμάρτημα (αφού όλοι προερχόμαστε από αυτούς και επομένως όλοι αποτελούμε τη συνέχεια αυτών), με αποτέλεσμα να υποστούμε και εμείς τις συνέπειες λόγω της συμμετοχής και συνενοχής μας στην Παρακοή αυτή. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι γεννιόμαστε φέροντας το προπατορικό αμάρτημα.
Τα χρόνια όμως πέρασαν από τότε που οι Άγιοι διατύπωναν τις αθάνατες αυτές απόψεις. Και έφθασε ο καιρός που κάποιοι κακοί επιστήμονες, πολέμιοι των Αληθειών του Θεού, επιχείρησαν να ξεγελάσουν τον κόσμο δια της μεθόδου του υπνωτισμού, προβάλλοντας αβίαστα και αβάσιμα την άποψη περί «προηγουμένων ζωών», τις οποίες δήθεν έζησε ο υπνωτιζόμενος και τις οποίες εξιστορεί με «απίστευτες λεπτομέρειες» κατά τη διάρκεια του υπνωτισμού!
Ο Θεός όμως, ο Οποίος είναι Κύριος των πάντων και φυσικά της Επιστήμης, ο Οποίος ως Θείο Δώρο Παρέδωσε την Επιστήμη στον άνθρωπο, δεν Άργησε να Φανερώσει την Αλήθειά Του.
Έρχονται λοιπόν μετά από καιρό και κατόπιν επιστημονικά τεκμηριωμένων ερευνών, κάποιοι αληθινοί επιστήμονες για να αποδείξουν ότι «οι πληροφορίες που δίνει ο υπνωτιζόμενος για καταστάσεις στις οποίες φαίνεται πως συμμετείχε, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πληροφορίες από περιστατικά που έζησαν οι πρόγονοί του και που εμπεριέχονται (όπως είναι φυσικό) μέσα στο DNA του, αφού ο ίδιος αποτελεί τη συνέχειά τους».
Μέσα σε όλα αυτά βεβαίως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης και τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του ύπνου. Όπως μας αναφέρουν οι Άγιοι, «όταν ο άνθρωπος κοιμάται, σχεδόν πάντα επεμβαίνουν σατανικές δυνάμεις επωφελούμενες την πνευματική του αδράνεια, με σκοπό να τον αποπροσανατολίσουν, να τον αποσπάσουν από την πραγματικότητα και τελικά να του μεταδώσουν τα μηνύματα που θέλει ο διάβολος να περάσει». Αυτό σημαίνει πολύ απλά, πως ό,τι και εάν ακουστεί από έναν υπνωτιζόμενο κατά τη διάρκεια του υπνωτισμού του, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα από πού μπορεί αυτό να προέρχεται.
Αλλά ο Θεός, Επιβεβαίωσε και Συνεχίζει να Επιβεβαιώνει μέσω της Επιστήμης τις Αλήθειες της Αγίας μας Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν, κατόπιν επιστημονικών ερευνών που διεξήχθησαν σε ετοιμοθάνατους στη Μεγάλη Βρετανία, αποδείχθηκε πως κατά τη στιγμή του θανάτου τους σημείωναν όλοι την ίδια απώλεια βάρους, απώλεια ενός συγκεκριμένου αριθμού γραμμαρίων, η οποία αποδεικνύει περίτρανα αυτό που η Αγία μας Πίστη υποστηρίζει εδώ και αιώνες, την ύπαρξη δηλαδή της ψυχής και την έξοδό της από το σώμα κατά τη συγκεκριμένη ώρα.
Έπειτα από όλα αυτά, θεωρώ αναγκαίο να επανέλθω για λίγο στο θέμα του προπατορικού αμαρτήματος για να αναφέρω, ότι η διάπραξή του από τους πρωτόπλαστους επηρέασε αρνητικά (εκτός από τον άνθρωπο) και ολόκληρη την εκ της ύλης Δημιουργία, αφού μετά την Πτώση το κακό έγινε διάσπαρτο στον υλικό κόσμο και τα πλάσματα του Θεού, με αποτέλεσμα τα πάντα γύρω μας να υποταχθούν στη φθορά και γενικότερα να βιώσουν τις συνέπειες, μία εκ των οποίων συναντάμε στην αγριότητα των ζώων.
Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω, ότι πρώτα ο Θεός στη ζωή σας γενικά, θα ακούσετε πάρα πολλά πράγματα σχετικά με την Αγία μας Ορθοδοξία που μπορεί να σας εντυπωσιάσουν, να σας προβληματίσουν ή ακόμα και να σας απογοητεύσουν. Ένα όμως θα πρέπει πάντοτε να έχετε στο μυαλό σας: «Η Αλήθεια του Μοναδικού Αληθινού Θεού, Φυλάσσεται, Διατηρείται και Ταξιδεύει ανά τους αιώνες, μέσα στην Κιβωτό της Σωτηρίας που ονομάζεται Ορθοδοξία».
Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν το Προνόμιο του να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, όπως ο Θεός Θέλει και Ορίζει, έτσι ώστε να εισάγουμε στην ψυχή, το μυαλό και τις πράξεις μας Ενεργό το Μυστήριο της Θείας Ευεργεσίας, γινόμενοι φορείς της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Αυτοκτονία: οι Ιεροί Κανόνες

Αυτοκτονία: οι Ιεροί Κανόνες και η Παράδοση της Εκκλησίας (πρωτοπρεσβύτερος Λάμπρος Φωτόπουλος, εφημέριος Ι.Ν. Αγίου Κοσμά Αιτωλού Αμαρουσίου)alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Η δισχιλιετής παράδοση της Εκκλησίας μας διδάσκει χωρίς καμμία απολύτως αμφιβολία ότι ο αυτόχειρας δεν κηδεύεται, εκτός βέβαια αν είναι παράφρονας. Όταν μάλιστα τα Κοιμητήρια ανήκαν στην Εκκλησία και όχι όπως σήμερα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι αυτόχειρες όχι μόνο δεν εκηδεύοντο με εκκλησιαστική κηδεία, αλλά εν σιωπή εθάπτοντο εκτός του περιβόλου του Κοιμητηρίου. Η πρακτική αυτή δεν είναι μόνον προφορική παράδοση της Εκκλησίας που φτάνει μέχρι τους αγίους Αποστόλους και το Χριστό , αλλά αποτελεί και Κανονική υποχρέωση που απορρέει από γραπτό Ιερό Κανόνα. Αυτός είναι ο 14ος ι. Κανών του αγίου Τιμοθέου Αλεξανδρείας, που έχει Οικουμενικό κύρος μετά την επικύρωσή του από τον 2ο Κανόνα της έκτης Οικουμενικής Συνόδου. Να τι λέγει ο ι. Κανόνας:


«Ερώτησις ΙΔ’


-Εάν τις μη έχων εαυτόν χειρίσηται, ή κριμνήση εαυτόν, ει γίνεται προσφορά περί αυτού ή ού;


Απόκρισις


-Υπέρ αυτού διακρίναι ο Κληρικός οφείλει, ει το αληθές έκφρων ων, πεποίηκε τούτο. Πολλάκις γαρ οι διαφέροντες τω πεπονθότι, θέλοντες τυχείν της προσφοράς και της υπέρ αυτού ευχής, καταψεύδονται και λέγουσιν, ότι ουκ είχεν εαυτόν. Ενίοτε δε υπό επηρείας ανθρώπων ή άλλως πως από ολιγωρίας πεποίηκε τούτο, και ου χρη προσφοράν επάνω αυτού γενέσθαι· αυτοφονευτής γαρ εαυτού εστι. Δει ουν πάντως τον Κληρικόν μετά ακριβείας ερευνήσαι, ίνα μη υπό κρίμα πέση»


Και η Ερμηνεία του ι. Κανόνα: «Ερώτηση 14.


Αν κάποιος που δεν έχει τα λογικά του αυτοκτονήσει ή πέσει σε γκρεμό, γίνεται λειτουργία γι’ αυτόν ή όχι; Απάντηση: Ο κληρικός πρέπει να ξεχωρίσει σχετικά μ’ αυτόν αν το έχει κάνει αυτό, επειδή ήταν πραγματικά εκτός εαυτού. Γιατί πολλές φορές οι συγγενείς του σκοτωμένου θέλοντας να επιτύχουν τη λειτουργία και την προσευχή γι’ αυτόν, λένε ψέματα ότι δεν είχε τα λογικά του. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό το έχει κάνει επειδή επηρεάστηκε από ανθρώπους ή σε άλλες περιπτώσεις επειδή επηρεάστηκε από ανθρώπους ή σε άλλες περιπτώσεις επειδή λιγοψύχησε και επομένως δεν πρέπει να γίνεται λειτουργία γι’ αυτόν· γιατί είναι φονιάς του εαυτού του. Πρέπει λοιπόν ο κληρικός να εξετάσει με ακρίβεια για να μην αμαρτήσει» »[1].


Αυτά ορίζει ο ι. Κανόνας. Όπως καθένας αντιλαμβάνεται δεν τίθεται καθόλου υπό συζήτηση το ζήτημα αν ο αυτόχειρας κηδεύεται ή όχι. Θεωρείται δεδομένο ότι δεν κηδεύεται. Το ενδιαφέρον του Κανόνα στρέφεται στην ειδική ευθύνη του ιερέως να ερευνήσει επισταμένως την περίπτωση, όταν προβάλλεται το επιχείρημα ότι ο αυτόχειρας ήταν παράφρων, ώστε να μην εξαπατηθεί από τους συγγενείς που ζητούν κήδευση. Η αυτοκτονία ήταν πάντα το μεγαλύτερο έγκλημα μέσα στη ζωή της Εκκλησίας γιατί συνιστούσε βλασφημία στο Άγιο Πνεύμα για την οποία ο Χριστός είπε ότι δεν θα συγχωρεθή ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στον μέλλοντα. Ο Κανόνας αυτός επαναλαμβάνει ό,τι είχε δεχθή η Εκκλησία μέχρι τότε και σημειώνει τη μόνη Οικονομία που μπορεί να γίνει στους αυτόχειρες, δηλαδή να κηδεύονται μόνον οι «εκφρενείς» εξ αυτών και μάλιστα μετά από επισταμένη εξέταση της κάθε περιπτώσεως.


Όπως είναι γνωστό σε όσους έχουν εκκλησιολογική συνείδηση και δεν βλέπουν «μαγικά» την Εκκλησία, δηλαδή μόνο ως τελετουργικό θεσμό που κάνει γάμους, κηδείες, βαπτίσεις και άλλα «κοινωνικά» γεγονότα, οι ιεροί Κανόνες είναι οι αιώνιοι νόμοι που κυβερνούν την Εκκλησία. Οι νόμοι αυτοί έχουν μέσα τους τέτοια αγάπη για τον άνθρωπο, που είναι ακατανόητη στην εποχή μας. Σήμερα υπάρχει πολλή αγαπολογία και λίγη πραγματική αγάπη. Η αληθινή ευσέβεια έχει γίνει ευσεβισμός και ο ρόλος του ιερέα αντί να αποβλέπει στη θεραπεία των ανθρωπίνων παθών περιορίζεται στο χάιδεμα αυτών των παθών.


Με την απαγόρευση της θρησκευτικής κηδεύσεως οι γεμάτοι αγάπη προς τον άνθρωπο άγιοι Πατέρες διασφαλίζουν τα εξής σημαντικά ζητήματα:


α) Φωνάζουν σε όλους τους χριστιανούς με κραυγαλέα φωνή ότι όποιος αυτοκτονεί βλασφημεί στο Πνεύμα το Άγιο και δεν έχει άφεση αμαρτιών. Τους στηρίζει ψυχικά με αυτόν το σαφή, απόλυτο και μονοσήμαντο τρόπο, ώστε να αποκρούουν κάθε παρόμοιο λογισμό, ακόμη και σε περίπτωση σοβαρών ανθρωπίνων δυσκολιών. Τι τους λέει: Μόνον όποιος αγωνισθεί ρωμαλέα μέσα από τις ποικίλες αντιξοότητες της ζωής έχει δυνατότητα να σταθή με θάρρος μπροστά στο βήμα του αδέκαστου Κριτού την ημέρα της Κρίσεως. Πώς μπορεί επομένως να υποχρεωθή η Εκκλησία να ψάλλει «Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον..» σε αυτόχειρα, αφού γνωρίζουμε ότι η οδός που ακολούθησε δεν είναι καθόλου «μακαρία» (δηλαδή ευτυχισμένη). Έχουν ποτέ αναλογισθεί οι δήθεν «φιλάνθρωποι» της εποχής μας, που με έντονη συναισθηματική επιχειρηματολογία δικαιολογούν τις αυτοκτονίες, ότι γίνονται ακούσιοι ηθικοί αυτουργοί πολλών μελλοντικών αυτοχείρων;…


β) Υπάρχει και άλλος, πιο πνευματικός λόγος για τον οποίον δεν πρέπει να γίνεται νεκρώσιμος ακολουθία στους αυτόχειρες, ο εξής: Η κοινωνική περιφρόνηση προς τον αυτόχειρα εμπεριέχει μια σιωπηλή προσευχή προς το Θεό να τον ελεήσει. Κάθε ταπείνωση του ανθρώπου ενώπιον του Θεού αυξάνει το Θείο Έλεος. Ακόμη και οι μεταθανάτιες ταπεινώσεις βοηθούν την ψυχή σε απολογία ενώπιον του Θεού. Αυτό φαίνεται σε πάμπολλες περιπτώσεις από την ζωή της Εκκλησίας[2]. Διαβάζουμε στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ένα βιβλίο που έχει διαποτίσει επί αιώνες όλη την Ορθοδοξία, στο περί μετανοίας κεφάλαιο (Λόγος Ε’) ότι οι μοναχοί που γνώρισε ο συγγραφέας και που είχαν φτάσει να γίνουν σχεδόν άγγελοι ζητούσαν ταπεινά μετά τον θάνατό τους «ούτε και σε μνήμα να τους βάλουν!» [3] αλλά να τους πετάξουν χωρίς μεταθανάτιες τιμές. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος ζητά να μην τον κηδεύσουν με τιμές, να μην ανάψουν κεριά ή θυμίαμα κ.λ.π. για να τον λυπηθή ο Θεός. Στο Ευχολόγιο, που χρησιμοποιεί σήμερα κάθε ιερέας, υπάρχουν ευχές σε ψυχορραγούντα. Είναι σπαρακτικές κραυγές αγίων ασκητών που εύχονται να καταφρονηθεί το σώμα τους για να βρει έλεος από το Θεό η ψυχή τους. Τι λέγουν; «Μη ουν το σώμα μου θάψητε εν τη γη· εάσατε άταφον, όπως φάγωσι κύνες την καρδίαν μου» [4]. Άταφο ζητά να μείνει το σώμα του ο αμαρτωλός για να τον λυπηθεί ο Θεός. Επομένως, από φιλανθρωπία της Εκκλησίας δεν κηδεύονται οι αυτόχειρες.


Ένας μακαριστός αγιορείτης γέροντας, ο π. Άνθιμος Αγιαννανίτης, όταν ρωτήθηκε από συγγενείς ενός νεαρού αυτόχειρα, αν πρέπει να μνημονεύεται στη λειτουργία (για κηδεία ούτε συζήτηση βέβαια) απάντησε: «Να μην τον μνημονεύουμε στη Λειτουργία. Είναι καλύτερα για την ψυχή του. Όταν δει ο Πολυέλεος ότι δεν τον τιμάμε, θα τον ελεήσει ο ίδιος, ενώ όταν εμείς τον τιμάμε, δεν θα τον ελεήσει Αυτός…»[5]


Έτσι απαντούν οι πατέρες μας στις μεταθανάτιες ψευτοαγάπες.


…………


Το να μη διαβαστεί ο νεκρός αυτός, όπως είδαμε, είναι η μεγίστη ευσπλαχνία που μπορούμε να του προσφέρουμε. Το αντίθετο, οι προσευχές στην Εκκλησία εμποδίζουν το Θείο Έλεος γιατί είναι ψεύτικες, φαρισαϊκές, υποκριτικές, προκλητικές προς το Θεό. Πώς μπορούμε ανθρώπους που εγκατέλειψαν τη χριστιανική πίστη ή την ορθόδοξη αλήθεια ή που αρνήθηκαν το θείο δώρο της ζωής να τους ψάλλουμε μέσα στους χριστιανικούς Ναούς με λόγια όπως «…υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του κεκοιμημένου δούλου του Θεού», «ότι συ ει η ανάσταση… του κεκοιμημένου δούλου Σου Χριστέ…». Πώς μπορούμε για λογαριασμό του θανόντος να ψευδόμαστε μέσα στην Εκκλησία λέγοντας «Επεπόθησεν η ψυχή μου του επιθυμήσαι τα κρίματα σου εν παντί καιρώ». «Αθυμία κατέσχε με από αμαρτωλών των εγκαταλιμπανόντων τον νόμο σου», αφού ο ίδιος υπήρξε πρωτοστάτης της αποστασίας από το Θεό. Πώς μπορούμε να πούμε για λογαριασμό του θανόντος κατ’ αυτόν τον τρόπο «Μέτοχος εγώ ειμί πάντων των φοβουμένων σε και των φυλασσόντων τας εντολάς σου». Πώς μπορεί ψεύτικα η Εκκλησία του Χριστού να πανηγυρίσει ψάλλοντας «Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον…».


 

 
[1]. Προδρόμου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, ΑΦΟΙ Κυριακίδη, 1995, σελ. 605.
[2]. Στο Γεροντικό υπάρχει μια χαρακτηριστική περίπτωση ενός ζευγαριού που ο μεν σύζυγος τάφηκε ταπεινά και πήγε στον Παράδεισο, ενώ η γυναίκα του που ήταν αμετανόητη, παρά την μεγαλοπρεπή κηδεία που έγινε με Δεσποτάδες, παπάδες και πολύ λαό, πήγε στην Κόλαση. Γεροντικό, έκδοση ζ΄, Θεσσαλονίκη, Λυδία, 1989, σελ.166-172.
[3]. Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, μετάφρ. Αρχιμ. Ιγνατίου, έκδοση ε΄, Ωρωπός Αττικής, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, 1991, σελ. 127
[4]. Μικρόν Ευχολόγιον, έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, έκδοση 11η. 1992, σελ. 223.
[5]. Πρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Χριστοδούλου, Τα ιερά Μνημόσυνα, Αθήνα, εκδόσεις Ομολογία, 2002, σελ. 215.


(π. Λάμπρου Φωτόπουλου, "Αυτοκτονία και Ιερατική συνείδηση", Αθήνα 2007)



(Πηγή ηλ. κειμένου: Ι.Μ. Γλυφάδας)



("Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ": Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον π. Λάμπρο για την ευλογία αναδημοσίευσης αποσπάσματος από την εργασία του)



Οι ιεροί και θείοι κανόνες της Εκκλησίας

Οι ιεροί και θείοι κανόνες της Εκκλησίας



Οι ιεροί και θείοι κανόνες της Εκκλησίας
Παν. Ι. Μπούμη
Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών



           Η έννοια του όρου «κανόνας»

Κανόνας, πως είναι γνωστό, κατά πρώτον και κυριολεκτικώς σημαίνει την ξύλινη ράβδο, τον χάρακα, τον οποίο μεταχειριζόμαστε, για να σύρουμε μία ευθεία γραμμή, ή αντιθέτως, για να ελέγξουμε την ευθύτητα μιας γραμμής. Μεταφορικώς όμως κανόνας λέγεται και κάθε ορισμός, ή νόμος, γενικώς κάθε τι πού χρησιμεύει ως πρότυπο και οδηγός για την ορθή εκτέλεση ή αντιμετώπιση μιας πράξεως, μιας καταστάσεως, ή αντιθέτως ως κριτήριο για να ελέγχουμε «την ευθύτητα», την ορθότητα, αυτής της πράξεως. Π.χ. ένας κανόνας της γραμματικής χρησιμεύει ως οδηγός, για να κλίνουμε ορθώς ένα όνομα ή για να ελέγχουμε, εάν έχουμε κλίνει ορθώς αυτό το όνομα.

Κατά τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο (ή μάλλον μείζονα) λόγο κανόνες ονομάσθηκαν και οι διατάξεις εκείνες, οι οποίες θεσπίσθηκαν ή υιοθετήθηκαν από την Εκκλησία και αφορούν

α) στην ορθή διοργάνωση, λειτουργία, διατήρηση, διάδοση και δραστηριότητα (ενότητα, αγιότητα, αποστολικότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας, και
β) στην ορθή και αυθεντική κατά Χριστόν ζωή των πιστών-μελών της Εκκλησίας διά μέσου αυτής.


           Η αυθεντικότητα των I. Κανόνων

Στο σημείο αυτό τίθεται δικαιολογημένα το εξής θεμελιώδες ερώτημα: Δίνουν πράγματι οι κανόνες της Εκκλησίας το αυθεντικό, το ορθό, και αποτελούν την πηγή τού δικαίου, τού όντως δικαίου; Εδώ μάλιστα παρεμπιπτόντως θα θέλαμε να σημειώσουμε, ότι σήμερα ακριβώς η υπάρχουσα γύρω από τους ιερούς κανόνες αμφισβήτηση και αμφιβολία ή και διαφωνία βασικώς αναφέρεται και επικεντρώνεται σ' αυτό το θεμελιώδες ερώτημα. Στο ερώτημα της αυθεντικότητας, ή αλλιώς τού κύρους των ί. κανόνων1. Άλλοι δέχονται μόνο το πρόσκαιρο ή σχετικό κύρος των ιερών κανόνων και άλλοι πιστεύουν στο αιώνιο ή απόλυτο κύρος των ιερών κανόνων.

Το ερώτημα και η απάντηση σ' αυτό το ζήτημα για την αυθεντία και το απόλυτο κύρος των ι. κανόνων, τα οποία συνυφαίνονται αμέσως και προς την ορθότητα αυτών, είναι στενώς συνδεδεμένο και προς το θέμα της προελεύσεως των ί. κανόνων2. Είναι δηλ. αυτοί θείες εντολές ή είναι εντάλματα και κατασκευάσματα ανθρώπων;

Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ρητώς, κατηγορηματικώς και επιγραμματικώς τα εξής: Ότι οι κανόνες της Εκκλησίας υποδεικνύουν πράγματι το ορθό. Επ' αυτού δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι ί. κανόνες:

α) στηρίζονται στη θεόπνευστη Αγία Γραφή και στην αυθεντική αποστολική και εκκλησιαστική παράδοση, στην αποκαλυφθείσα δηλ. εκ μέρους τού Θεού αλήθεια, και

β) θεσπίσθηκαν η επικυρώθηκαν (εγκρίθηκαν) από την Εκκλησία και μάλιστα με Οικουμενικές Συνόδους πού εκφράζουν το αλάθητο της Εκκλησίας.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να εξηγήσουμε, ότι η αυθεντία και το κύρος των Οικουμενικών Συνόδων είναι σε απόλυτο βαθμό, γιατί αποτελούν το στόμα της Εκκλησίας, το όργανο εκφράσεως της καθόλου Εκκλησίας, η οποία «είναι στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. 3,15). Είναι αλάθητες3 γιατί αποφαίνονται (αποφασίζουν), καθοδηγούμενες από το Άγιο Πνεύμα. Αλλά, ας δούμε τί λένε οι ίδιοι οι κανόνες επί του προκειμένου, ή περί το αυτό, τι λένε οι θεοκίνητοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι θέσπισαν ή επικύρωσαν αυτούς τους κανόνες σε Οικουμενικές Συνόδους:

Ο α' καν. της Ζ' Οίκουμ. Συνόδου διακηρύσσει σχετικώς τα εξής: «Τούτων ούν όντως όντων... ασπασίως τους θείους κανόνας ενστερνιζόμεθα, και ολόκληρον την αυτών διαταγήν και ασάλευτον κρατύνομεν, των εκτεθέντων υπό των αγίων σαλπίγγων τού Πνεύματος, των πανευφήμων Αποστόλων, των τε εξ αγίων, οικουμενικών συνόδων, και των τοπικώς συναθροισθεισών επί εκδόσει διαταγμάτων, και των αγίων Πατέρων ημών. Εξ ενός γαρ άπαντες και τού αυτού Πνεύματος αυγασθέντες ώρισαν τα συμφέροντα». Σύμφωνα δηλαδή με τη μαρτυρία αύτη οι ιεροί κανόνες είναι θείοι, γιατί θεσπίστηκαν με το φωτισμό και με την επιστασία τού Άγ.  Πνεύματος, με τη θεία επιστασία.

Γι' αυτό το λόγο οι κανόνες της Εκκλησίας αποτελούν τους αυθεντικούς φορείς της ορθής εκφράσεως της εν Χριστώ αποκαλυφθείσης αληθείας και του ευαγγελικού μηνύματος της εν Χριστώ πραγματοποιούμενης ελευθερίας και σωτηρίας. Και γι' αυτό το λόγο ενισχύεται και «κρατύνεται» και διατηρείται ασάλευτη ολόκληρη η διαταγή τους, όπως λέει ο ανωτέρω κανόνας. Και γι' αυτό ακόμη το λόγο αποδοκιμάζεται και απαγορεύεται κάθε αλλοίωση και παραχάραξη τους, όπως φαίνεται και από τον ακόλουθο κανόνα.

Πράγματι, στο β' καν. της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου, ο οποίος μάλιστα αποτελεί και ένα είδος επίσημης συνοπτικής κωδικοποιήσεως των ί. κανόνων της Εκκλησίας4, διαβάζουμε: «Έδοξε δε και τούτο τη αγία ταύτη συνόδω... ώστε μένειν και από τον νύν βέβαιους και ασφαλείς, προς ψυχών θεραπείαν και ιατρείαν παθών, τους... ιερούς κανόνας, τους υπό των αγίων και μακαρίων Πατέρων ημών εκτεθέντας5. Και μηδενί έξ είναι τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή έτερους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως υπό τίνων συντεθέντας, των την αλήθειαν καπηλεύειν έπιχειρησάντων»6.

Ο κανόνας αυτός αναφέρεται διά μέσου του γράμματος και στο πνεύμα και στο περιεχόμενο των ιερών κανόνων, το οποίο δεν πρέπει να νοθεύεται ή να αλλοιώνεται με την παραχάραξη του γράμματος του κανόνα. Και τούτο, γιατί αυτό το γράμμα αποτελεί το όχημα, τον αυθεντικό φορέα του πνεύματος. Αναφέρεται δηλ. ο κανόνας στη δόλια αλλαγή των λέξεων των κανόνων με σκοπό την παραποίηση και τη νόθευση του νοήματος. Δεν απαγορεύει την ορθή ερμηνεία των λέξεων και τη διακρίβωση του ορθού νοήματος του κειμένου.

Αυτή, λοιπόν, η απαγόρευση της παραχαράξεως ή αλλοιώσεως ή ανατροπής των ί. κανόνων υποδηλώνει, -ότι οι ιεροί κανόνες είναι αλάθητοι, ότι υποδεικνύουν το ορθό, ότι είναι διαχρονικοί, ότι έχουν απόλυτο κύρος, -ότι περιέχουν την αλήθεια. Εάν οι ιεροί κανόνες δεν παρείχαν το ορθό αλλά περιείχαν εσφαλμένες θέσεις, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να μη δέχονταν εκ των υστέρων κάποια διόρθωση. Δίνουν, λοιπόν, τη μαρτυρία οι ί. κανόνες, ότι παρέχουν την αλήθεια. Και τούτο, διότι συγχρόνως έχουν την αυτομαρτυρία, ότι θεσπίσθηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους με το φωτισμό και την επιστασία του Άγιου Πνεύματος, του πνεύματος της αλήθειας (πρβλ. Ιω. 14, 17-15, 26-16, 13).

Αυτοί, λοιπόν, είναι οι θείοι και ιεροί κανόνες της Εκκλησίας. Αυτοί είναι και λέγονται ορθώς και δικαίως, κατά ακρίβεια και ακριβολογία κανόνες. Είναι οι κανόνες πού έχουν θεσπισθεί από Οικουμενικές Συνόδους ή πού έχουν διατυπωθεί από τοπικές Συνόδους και Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά έχουν υιοθετηθεί και επικυρωθεί από τις Οικουμενικές Συνόδους.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το ερώτημα αυτό είναι συνδεδεμένο με το σύγχρονο ζωτικότατο πρόβλημα της αναζητήσεως μιας αυθεντίας από μέρους των ανθρώπων γενικώς και από μέρους των χριστιανών ειδικώς. Στο σημείο αυτό αξίζει να μεταφέρουμε μία παρατήρηση του πατρός Ιωάννου Μάγεντορφ: «Η διάκρισις μεταξύ απολύτου και σχετικού είναι, νομίζω, το περισσότερον επείγον απ' όλα τα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν σήμερον οι Ορθόδοξοι θεολόγοι... Μόνον εάν ανακαλύψωμεν και γνωρίσωμεν επαρκώς το Απόλυτον, θα κατορθώσωμεν να προσανατολισθώμεν ασφαλώς μέσα εις την μάζαν των ανθρωπίνων παραδόσεων και συνηθειών και θα ημπορέσωμεν να κάμωμεν τους αναγκαίους διαχωρισμούς και τας απαραιτήτους εκκαθαρίσεις» (Ιω. Μάγεντορφ, Παράδοσις της Εκκλησίας και παραδόσεις των ανθρώπων, εν «Θεολογία - Αλήθεια και Ζωή», Αθήναι 1962, σελ. 133).
2. Ο καθηγητής Λ. Φιλιππίδης έγραφε σχετικώς: «Ορθόν είναι το Αληθές και Αληθές είναι ,ότι ο Θεός απεκάλυψεν ό,τι ο Θεός θέλει... Τούτο -,τι ο Θεός απεκάλυψε- κείται ενώπιον ημών εφ' άπαξ δεδομένον, άλλα δι' αιωνίου ισχύος» (Λέων. Φιλιππίδου, Η από Παλαιάς και Νέας Ρώμης κίνησις προς επάνοδον τού πληρώματος της Εκκλησίας τού Χριστού εις την αρχικήν ενότητα, Αθήναι 1970, σελ. 32.
3. Πρβλ. Παν. Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β', Αθήναι 1959, σελ. 402. Άνδρ. Θεοδώρου, Η ουσία της Ορθοδοξίας, Εν Αθήναις 1961, σελ. 238 και Ίω. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, σελ. 638, 685 έξ. Γι' αυτό ορθώς ο Μεγ. Αθανάσιος στην επιστολή του προς τους εν Αφρική επισκόπους λέει: «Το δε ρήμα τού Κυρίου το διά της οικουμενικής συνόδου εν τη Νικαία γινόμενων μένει εις τον αιώνα» (Μίgηe Ρ.Ο. 26, 1032Β). Ο Μ. Αθανάσιος (| 373) αναφέρει μόνο την Α' Οίκουμ. Σύνοδο, γιατί οι άλλες δεν είχαν συγκληθεί ακόμη.
4. Πρβλ. Βαρθολομαίου Αρχοντώνη (Άρχιμ. και νύν Οικουμενικού Πατριάρχου), Περί την κωδικοποίησα των ιερών κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 1970, σελ. 19.
5. Και αναφέρει εν συνεχεία ποιοι είναι οι κανόνες αυτοί (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλη, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Β', Αθήνησι 1852, σελ. 308 έξ.).
6. Ράλλη-Ποτλη, τόμ. Β', σελ. 309-310. Στους ανωτέρω μνημονευομένους κανόνες της μικρής άλλ' επίσημης κωδικοποιήσεως των ί. κανόνων της Εκκλησίας οφείλουν να συμπεριληφθούν και οι κανόνες της Ζ' Οίκουμ. Συνόδου, καθ' σον είναι ισόκυροι προς αυτούς.

 

Read more:
http://www.egolpion.net/5D3E35C4.el.aspx#ixzz2RldtVJYR